
Αφροδίτη Δερματά
Προπαρασκευή στο γραφείο. Έχω καιρό να ασχοληθώ με το blog μου, αλλά τώρα νιώθω ότι οι σκέψεις στριμώχτηκαν τόσο άσχημα που πρέπει να βγουν στο χαρτί, μήπως και ξεκουραστεί λίγο το μυαλό μου.
Ήρθε λοιπόν η Άνοιξη-νυφούλα ξανά, και κάτι πάλι επισκιάζει τα χρώματά της. Για ακόμη μια φορά.
Ο πόλεμος στη γειτονιά μας, κάτι drones διφορούμενης προέλευσης, κάτι φρεγάτες-σωτήρες που μας περικυκλώνουν, κάτι F16 που κόβουν βόλτες στον ουρανό μας, κάτι ιώσεις που έρχονται φέτος κατά ριπάς, συνθέτουν εκείνο το άβολο σκηνικό που σε εμποδίζει να πάρεις μια καθαρή, απολαυστική ανοιξιάτικη ανάσα.
Που δεν σ’ αφήνει να ονειρευτείς χωρίς να έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου ότι ένας πύραυλος μπορεί να αναχαιτίσει το συννεφάκι σου και να σε πετάξει άδοξα στη γη.
Ακριβαίνει πάλι το πετρέλαιο, λένε. Βρίσκεται σε κίνδυνο η οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης, λένε. Κι ένα «γαμώτο» με κατακλύζει.
Δεν θέλω άλλες κρίσεις. Δεν θέλω πάλι από την αρχή. Βαρέθηκα τις καινούργιες αρχές. Θέλω να συνεχίσω το μονοπάτι μου ανεμπόδιστη και θέλω, επιτέλους, να φτάσω κάπου.
Δεν θέλω άλλες ειδήσεις που με κάνουν να κοντοστέκομαι και να βαραίνω το βήμα μου στο άκουσμά τους. Δεν θέλω άλλη θλίψη. Δεν θέλω άλλο να σκοτώνονται οι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ.
Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Κουράστηκα να νιώθω μαριονέτα που άλλοι ορίζουν τις κινήσεις μου βαρέθηκα αυ΄τό το κακό θέατρο του παραλόγου.
Γενικά η άνοιξη με βρίσκει κουρασμένη και χωρίς ιδιαίτερες αντοχές, με έναν πόλεμο να με γυροφέρνει και να πρωταγωνιστεί στο εντός, το εκτός και επί τ’ αυτά του «είναι» μου.
Μέσα σε όλη αυτή την παράκρουση οφείλω όμως να ομολογήσω ότι βρήκα καταφύγιο στα πιο δυνατά σημεία.
Διάβασα τέσσερα πολύ ωραία βιβλία από τις αρχές της χρονιάς και συνεχίζω με το πέμπτο – ναι, δηλώνω περήφανη και ικανοποιημένη από τις αποδόσεις μου. Είδα τρεις εξαιρετικές σειρές και άκουσα και δύο καταπληκτικά podcast.
Συγκεκριμένα διάβασα την «Απαγωγή» της Αγγελικής Νικολούλη, «Το Λάθος» του Αντώνη Σαμαράκη, τη «Σουλτάνα» του Μένου Σακελλαρόπουλου και την «Άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα» του Γιάννη Ξανθούλη. Τώρα κοντεύω να τελειώσω και το «Παγωμένο Ποτάμι» της Ariel Lawhon.
Επίσης είδα το «Ριφιφί» – προσκυνώ τον κύριο Τσαφούλια –, είδα την εκπληκτική πολωνική σειρά «Τα Μολυβένια Παιδιά» και πρόσφατα τελείωσα την κορεάτικη «Όταν η ζωή σου δίνει μανταρίνια».
Πρόκειται για τρία απίστευτα διαμαντάκια. Με την τρίτη σειρά μάλιστα ταυτίστηκα τόσο πολύ, που τελειώνοντάς τη, συγκινημένη, ένιωσα λίγο πιο πλήρης και λίγο πιο σοφή.
Τέλος άκουσα το podcast του Δημοκίδη για τον Μ. Καραγάτση και το συγκαταλέγω στα καλύτερα που έχει κάνει μέχρι στιγμής, αλλά και της Μαρίας Μπακοδήμου με τίτλο «Είναι ο πλούτος θέμα νοοτροπίας;».
Το τελευταίο είχε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το πόσο θυματοποιημένη είναι η κοινωνία μας σήμερα, η οποία γίνεται δέσμια του χρήματος και εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο: δουλεύοντας ουσιαστικά για να πληρώνει δάνεια, απλώς για να εντυπωσιάσει τον περίγυρο.
Θυσιάζουμε στον βωμό του χρήματος τον χρόνο και την ελευθερία μας. Δουλεύουμε για να μη λείψει τίποτα από την οικογένειά μας και τελικά περνούν τα χρόνια χωρίς να απολαμβάνουμε τις στιγμές μαζί της.
Δουλεύουμε για την ασφάλειά μας και τελικά αρρωσταίνουμε μέσα σε ένα γραφείο γεμάτο άγχη και υποχρεώσεις.
Ζούμε παραφύση. Δεν κινούμαστε, δεν αναπνέουμε σωστά, δεν γυμναζόμαστε. Και όσα χρήματα βγάζουμε τελικά καταλήγουν στους γιατρούς.
Δουλεύουμε για να αγοράσουμε μια ακριβή τσάντα και τελικά τη βρισκόμαστε να την αποπληρώνουμε με άπειρες εργατοώρες, με χαμένη ελευθερία και με την υγεία μας - πολύ περισσότερο από το κόστος παραγωγής της και από όσο πραγματικά αξίζει.
Με τούτα και με κείνα, το πρώτο τρίμηνο του 2026 με βρήκε λιγάκι πιο καλλιεργημένη και ταμπουρωμένη μέσα στο νοερό καταφύγιό μου.
Ένα καταφύγιο που ουδεμία σχέση έχει με κοτέτσι. Αντίθετα, είναι φτιαγμένο με τα καλύτερα υλικά: βιβλία, podcast, ταινίες, μουσικές και γλάστρες με λουλούδια.
Τις δύσκολες στιγμές λοιπόν κάθομαι ανακούρκουδα εκεί και παρακολουθώ τον τρελό αυτό κόσμο να στροβιλίζεται άναρχα και χωρίς καμία λογική.
Κάποιες φορές τον βρίσκω άκρως απειλητικό και σκέφτομαι με νοσταλγία πόσο θα ήθελα να το σκάσω από το σήμερα και να τρυπώσω εκεί, στις αρχές των όμορφων πορτοκαλί 80s, σε μια γωνιά του δωματίου μου αγκαλιά με τις κούκλες και τα παραμύθια μου και να νιώσω την ασφάλεια της παιδικότητάς μου.
Τότε που ήμουν μια μικρή πριγκίπισσα και ένιωθα ότι η ζωή είναι ένα παραμύθι. Ότι όλοι με προστατεύουν και ότι είμαι το πιο σημαντικό πρόσωπο στη γη.
Τότε που ήμασταν όλοι εκεί και ήταν όλα μπροστά μας.
Τότε που η ζωή φαινόταν τεράστια.
Μετά πάλι επιστρέφω στο παρόν, στο καταφύγιό μου με ταρακουνάω για να συνέλθω και θυμίζω στον εαυτό μου ότι η ζωή είναι στο τώρα.
Και το καλοκαίρι είναι προ των πυλών.
Άλλωστε, πάντα η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Το μονο σίγουρο είναι ότι τελικά το καταφύγιο μου είναι φτιαγμένο από τα καλύτερα υλικά.


















