
Αφροδίτη Δερματά
Βρισκόμαστε στα τέλη των 90s. Είμαι 21 χρονών και δουλεύω στο διαφημιστικό τμήμα μιας μικρής εφημερίδας στην Αθήνα. Είμαι η πιο μικρή της ομάδας… με φωνάζουν «το μικρό».
Είναι απόγευμα και μόλις έχω τελειώσει ένα ραντεβού με έναν πελάτη κάπου στη Νέα Σμύρνη. Θυμάμαι αμυδρά ότι είχε να κάνει με τον κλάδο των αυτοκινήτων. Βγαίνει από το μαγαζί του για να με ξεπροβοδίσει και κοντοστεκόμαστε στην πόρτα για δυο τελευταίες κουβέντες.
Φοράω ένα γκρι κουστούμι για να δείχνω μεγαλύτερη. Πάντα, όταν οι πελάτες με ρωτάνε την ηλικία μου, προσθέτω 2-3 χρόνια - για να φαίνομαι πιο έμπειρη, πιο αξιόπιστη, πιο «σοβαρή». Μικροέδειχνα, και για να λέμε του στραβού το δίκαιο, δεν έπειθα ιδιαίτερα. Όλοι έμεναν έκπληκτοι όταν τους έλεγα ότι είμαι δήθεν 24. Με έκαναν πιο μικρή ακόμα και από την κανονική μου ηλικία.
Ανάβουμε λοιπόν ένα τσιγάρο με τον κύριο τάδε - δεν θυμάμαι το όνομά του - και χαζεύουμε τα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονται φωτισμένα στον δρόμο καθώς νυχτώνει.
Εκείνος γκριζομάλλης, 50άρης. Κι εγώ… παιδάκι.
Με ρωτάει πόσο χρονών είμαι. Του απαντάω - φουσκώνοντας τον λογαριασμό - με το γνωστό μου ψέμα.
Και τότε μου λέει: «Έχω έναν γιο στην ηλικία σου. Ξέρεις πώς περνάνε τα χρόνια; Σαν νεράκι. Να… κοίτα στον δρόμο τα αυτοκίνητα που περνάνε. Αν κλείσεις τα μάτια σου και τα ξανανοίξεις, θα βρεθείς ξαφνικά στην ηλικία μου. Γι’ αυτό ζήσε τη ζωή σου όσο πιο όμορφα μπορείς. Κάνε αυτό το σύντομο ταξίδι όμορφο».
Η φωνή του, καθώς μιλούσε, έσβηνε. Κουβαλούσε συγκίνηση. Νοσταλγία.
Τώρα, χρόνια μετά, μπορώ να καταλάβω το γιατί.
Για έναν περίεργο λόγο, τον κύριο Τάδε τον έχω σκεφτεί άπειρες φορές στη ζωή μου. Δεν θυμάμαι τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Θυμάμαι μόνο μια ψιλόλιγνη φιγούρα, με ψαρά μαλλιά και ένα κάπως θλιμμένο βλέμμα, να μοιράζεται μαζί μου αυτές τις κουβέντες.
Σχεδόν 30 χρόνια μετά, κοντεύοντας να φτάσω την ηλικία του, δεν ξέρω αν υπάρχει κάπου σ’ αυτόν τον κόσμο. Νιώθω όμως ότι πλέον μπορώ να καταλάβω απόλυτα το συναίσθημα που κουβαλούσε εκείνο το απόγευμα … εκείνη τη μικρή, ιδιαίτερη στιγμή που αποτυπώθηκε μέσα μου.
Υπάρχουν φορές που αισθάνομαι ότι τα χρόνια πέρασαν σαν ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Ότι από εκείνο το απόγευμα έφτασα ξαφνικά στο σήμερα.
Και όσο μεγαλώνω, δίνω μια περίεργη μάχη με τον χρόνο. Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω καταφέρει να συμφιλιωθώ πλήρως μαζί του.
Κάποιες φορές με θλίβει η ιδέα ότι η κλεψύδρα αδειάζει. Ότι οι αναμνήσεις μου έχουν γίνει τόσες πολλές που περιφέρονται καθημερινά μέσα στο μυαλό μου , φέρνουν μια ελαφριά ζάλη, ένα υποδόριο πένθος, και μου αποσπούν την προσοχή από το τώρα.
Κάποιες άλλες στιγμές όμως σκέφτομαι πόσο γεμάτη υπήρξε η ζωή μου. Και χαμογελώ. Ήσυχα. Ικανοποιημένα.
Αναρωτιέμαι λοιπόν: ο χρόνος είναι τελικά φίλος ή εχθρός;
Για την ιστορία, ο χρόνος πήρε το όνομά του από τον Κρόνο, τον θεό που κατασπάραζε τα ίδια του τα παιδιά. Έτσι κι αυτός: καταβροχθίζει τα πάντα στο πέρασμά του.
Ίσως όμως, επειδή είναι περιορισμένος, να είναι και πολύτιμος.
Ξεχνάμε πόσο γρήγορα κυλάει. Σπαταλάμε τη ζωή μας δουλεύοντας ακατάπαυστα. Και ύστερα, κουρασμένοι, χαζεύουμε τις ζωές των άλλων, βυθισμένοι σε καναπέδες που μας καταπίνουν. Ζηλεύουμε σπίτια, επιτυχίες, αυτοκίνητα.
Και ξεχνάμε κάτι απλό.
Ότι η ευτυχία είναι χημεία...
Είναι τρεις μικρές λέξεις: ντοπαμίνη, σεροτονίνη, οξυτοκίνη.
Όταν κυκλοφορούν μέσα σου, είσαι πλούσιος. Πραγματικά πλούσιος.
Η ντοπαμίνη -η χαρά της ανταμοιβής. Έρχεται όταν βάζεις μικρούς στόχους και τους πετυχαίνεις. Όταν κινείσαι. Όταν φροντίζεις τον εαυτό σου. Όταν δεν χάνεσαι στο ατελείωτο scrolling.
Η σεροτονίνη - η ηρεμία. Το φως. Σε βρίσκει όταν σε αγγίζει ο ήλιος, όταν γυμνάζεσαι, όταν αναπνέεις λίγο πιο αργά.
Η οξυτοκίνη - η αγάπη. Η σύνδεση. Ζει στις αγκαλιές, στις κουβέντες, στα βλέμματα που σε νιώθουν.
Κι όταν αυτά τα τρία συνυπάρχουν, κάτι αλλάζει.
Ο χρόνος δεν βαραίνει το ίδιο.
Μαλακώνει.
Φωτίζεται.
Και οι μέρες… γίνονται αναμνήσεις που αξίζει να κουβαλάς.
Κάποιος είπε ότι η ζωή είναι σαν ένα ταξί. Το ταξίμετρο γράφει είτε κινείσαι είτε μένεις ακίνητος.
Και ίσως αυτό να είναι όλο:
Μην μένεις ακίνητος.
Θα πληρώσεις έτσι κι αλλιώς την ταρίφα.
Φρόντισε τουλάχιστον να έχεις δει τη διαδρομή.
Και όπως πολύ σοφά λέει και ο Παύλος Παυλίδης:
Ο χρόνος είναι παιδί
κλωτσάει μια μπάλα και τρέχει από πίσω της,
αν μια στιγμή κουραστεί
βρίσκει μια ελιά και κοιμάται στον ίσκιο της.
Είναι, σου λέω, παιδί
κρυφοκοιτάει της ψυχής σου τ’ ανείπωτα,
ερωτευμένο παιδί.
Ο χρόνος είναι τα πάντα
και τίποτα.


















