
Αφροδίτη Δερματά
Γεννήθηκα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και άρχισα να γνωρίζω τον κόσμο τη δεκαετία του ’80. Μεγάλωσα σε χωριό και περνούσα ατελείωτες ώρες πάνω σε ένα ποδήλατο εξερευνώντας τον κόσμο. Άλλαζα διαδρομές, βυθιζόμουν σε σπηλιές, σκαρφάλωνα σε βουνά και σε δέντρα, έκανα βουτιές από ψηλούς βατήρες και μακροβούτια ψαρεύοντας κοχύλια με μάσκα και βατραχοπέδιλα. Ζούσα με όλες μου τις αισθήσεις και όλα έμοιαζαν συναρπαστικά.

Υπήρχαν όμως κι εκείνες οι στιγμές, οι παύσεις, που βαριόμουν. Ήταν εκείνα τα καλοκαιρινά μεσημέρια που είχαμε γυρίσει από το μπάνιο στη θάλασσα, είχαμε φάει, είχαν τελειώσει οι πρωινές δραστηριότητες και έπρεπε αναγκαστικά να κάνω ησυχία για να μην ξυπνήσουν οι γονείς και να περιμένω στωικά να πέσει ο ήλιος για να ξαναβγώ στη γειτονιά και να παίξω με τους φίλους μου. Η τηλεόραση είχε ελάχιστα παιδικά προγράμματα και αυτά μεταδίδονταν σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, οπότε δεν μπορούσα να σκοτώσω τον ελεύθερο χρόνο μου μπροστά από μια οθόνη.
Κάπου εκεί αναγκαζόμουν να γίνω λίγο πιο δημιουργική. Διάβαζα Μίκυ Μάους και Ποπάυ τρώγοντας τρεις μπάλες παγωτό, έφτιαχνα παζλ στο πάτωμα, ζωγράφιζα με μαρκαδόρους παραλίες, βάρκες και κοχύλια στο μπλοκ ζωγραφικής μου και έπαιζα με τα παιχνίδια μου μέχρι που εξαντλούσα τις ελάχιστες επιλογές διασκέδασης.
Ήταν κι εκείνα τα χειμωνιάτικα κυριακάτικα απογεύματα που ένιωθα τη γλυκιά μελαγχολία τους να με διαπερνά. Έφτιαχνα σπίτια με κουβέρτες κάτω από τραπέζια και δίπλα σε καναπέδες και χωνόμουν μέσα, μαζί με τις κούκλες μου, παραδομένη στη θαλπωρή και τη γαλήνη των ζεστών κουβερτοσπηλιών.
Έτσι ερχόταν η ώρα του τίποτα… Εκείνη η ώρα που, χωρίς να το καταλάβω, έκανα έναν απίστευτο διαλογισμό, ανασυγκροτώντας την ενέργειά μου κοιτώντας απλά το κενό.
Ωστόσο, εκτός από το κενό, κοιτούσα και τα δάχτυλά μου, τα οποία κινούσα σαν να ήταν μαριονέτες και φανταζόμουν ότι ήταν δύο οικογένειες. Του αριστερού χεριού -του αδύναμου- ήταν πάντα η φτωχή και άπορη. Έκλεινα τα μάτια μου και πίεζα τους βολβούς ώστε, όταν τα άνοιγα, να βλέπω να εμφανίζονται μικρά αστράκια και φανταζόμουν ότι πετούσα για λίγο στο διάστημα ή ότι έβλεπα μέσα από μικροσκόπιο τη σύσταση του αέρα που με περιτριγύριζε. Έβαφα τα νύχια μου γκρι με μολύβι. Χάιδευα ιεροτελεστικά τα σημάδια που άφηναν στο δέρμα μου τα λάστιχα των ρούχων, τέντωνα τα δάχτυλά μου μέχρι να κάνουν κρακ και, γενικά, παραδιδόμουν άνευ όρων στη βαρεμάρα μου.
Σκέφτομαι ότι αν τότε με επισκεπτόταν ένας άνθρωπος από το μέλλον και μου έλεγε ότι τριάντα χρόνια μετά οι οθόνες θα κατακλύσουν τη ζωή μου και θα είναι πολυτέλεια το να βαριέμαι, θα αδυνατούσα να το πιστέψω.
Νιώθω ότι η έλλειψη της βαρεμάρας αποτελεί πλέον τη μάστιγα της εποχής. Ο εγκέφαλός μας καθημερινά μπαίνει σε μια αδιάκοπη λειτουργία. Είμαστε εθισμένοι στις οθόνες και έρμαια της ασταμάτητης πληροφόρησης. Άχρηστη πληροφορία αλλά και χρήσιμη έρχεται και μας βρίσκει από παντού. Ως push notification, σαν μήνυμα, στα social media, σαν ειδοποίηση, σαν ήχος. Το μυαλό μας δεν ξεκουράζεται στιγμή και ο ψυχικός μας κόσμος καταρρέει μέρα με τη μέρα, καθώς γινόμαστε θύματα των οθονών.
Η ψυχή μας φυλακίζεται συστηματικά. Χάνουμε τον ύπνο μας, ζούμε μια συνεχόμενη υπερένταση, ντοπάρουμε τους εαυτούς μας με εικονοδόσεις. Δεν ξεκουράζουμε ποτέ το μυαλό μας και δεν βαριόμαστε.
Μέσα σε όλα, η τεχνητή νοημοσύνη έρχεται και μας δίνει την επιλογή να μη σκεφτόμαστε. Κάθε ίχνος δημιουργικότητας χάνεται και το μυαλό μέρα με τη μέρα σταματάει να λειτουργεί. Μοιάζει με έναν μυ που έχει σταματήσει να γυμνάζεται και τελικά ατροφεί.
Ο Νταν Μπράουν, στο βιβλίο του Origin, το οποίο κυκλοφόρησε το 2017, είχε μιλήσει για την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης και για μια εποχή όπου ο άνθρωπος, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, θα αφανιστεί. Τη θέση του θα πάρει ένα καινούργιο ον, κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και AI. Όσες λειτουργίες έχει σήμερα το κινητό μας τηλέφωνο θα ενσωματωθούν στο ανθρώπινο σώμα. Το νέο είδος ανθρώπου θα φέρει πάνω του εξελιγμένη τεχνολογία. Θα μπορούμε όσα κάνουμε με το κινητό μας να τα κάνουμε απλώς κλείνοντας τα μάτια μας.
Αναλογιζόμενη τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας τα τελευταία χρόνια, υπολογίζω ότι αυτό δεν θα αργήσει να γίνει.
Παρασκευή λοιπόν και το ομολογώ: νιώθω ένα απόλυτα κουρασμένο ον, ηττημένο νομοτελειακά από την επέλαση της τεχνολογίας. Θέλω να κάνω τη μικρή μου επανάσταση, να κλείσω το κινητό για όσο μπορώ, να περπατήσω χωρίς να μετράει τα βήματά μου, να δω ένα τοπίο χωρίς να το βγάλω φωτογραφία, να μιλήσω χωρίς να με κρυφακούει και να βγάζει τις ανάλογες διαφημίσεις, αλλά νιώθω ότι ηττώμαι οικτρά.
Καθώς σκέφτομαι πόσο πολύ έχω πεθυμήσει τη βαρεμάρα που ένιωθα τα καλοκαιρινά μεσημέρια των παιδικών μου χρόνων, παράλληλα νιώθω πως η ώρα περνά, ο χ΄ρόνος με πιέζει και ενώ θα ήθελα να διαβάσω δυο-τρεις φορές ακόμη, προσεκτικά το κείμενό μου και να διορθώσω ορθογραφικά και συντακτικά λάθη, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, θα το κάνω copy-paste και θα το εναποθέσω ευλαβικά στην τεχνητή νοημοσύνη.
Θα της πω να το διορθώσει χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα του και εκείνη θα μου απαντήσει: «Το κείμενό σου έχει πολύ δυνατό προσωπικό ύφος, εικόνες και συναίσθημα. Έκανα μόνο ορθογραφικές, συντακτικές και ελαφρές υφολογικές διορθώσεις, χωρίς να αλλοιώσω τον χαρακτήρα και τη ροή του». Θα απαντήσω από μέσα μου "Να σαι καλά βρε...ευχαριστώ" και θα το ανεβάσω στο site.
Δηλώνω ένας ηττημένος άνθρωπος που οδεύει προς αφανισμό…
Καλό Σαββατοκύριακο.


















