ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
ΦΟΡΑΜΕ: strapless top,baggy jeans και μποτάκια
 

Τα σπίτια που «πέρασαν» από την ζωή μου

Αφροδίτη Δερματά

Αφροδίτη Δερματά

Περπατάει και με κρατάει στην αγκαλιά της. Τα τακούνια της χτυπάνε πάνω στο μάρμαρο της βεράντας. Λίγο πριν φτάσουμε κάτω από την αμυγδαλιά κοιτάω το ολόγιομο φεγγάρι και κρύβω απότομα το πρόσωπό μου μέσα στον λαιμό της. Το σώμα της τραντάζεται και όπως με έχει αγκαλιά καταλαβαίνω ότι γελάει. Της φαίνεται αστείο που φοβάμαι το φεγγάρι. Το μικρό της σπίτι είναι όλο κι όλο δυο δωμάτια, ένα μακρόστενο μπάνιο και η στενή περιμετρική βεράντα την οποία έχει γεμίσει με λουλούδια. Τόσα πολλά που έχει μείνει μόνο ένας στενός διάδρομος να περπατάς. Η κουζίνα της έχει έναν καναπέ που γίνεται κρεβάτι. Εκεί κοιμόμαστε και το πρωί, πριν ακόμα ξημερώσει μου δίνει γάλα με το μπιμπερό. Τρίβω τα δάχτυλα της που είναι νωπά από τα πλυσίματα και πίνω νουνού με τρεις κουταλιές ζάχαρη, καθώς κοιμάμαι. Το ραδιόφωνο πάνω στο τραπέζι παίζει δεύτερο πρόγραμμα. Τα βράδια μου διαβάζει παραμύθια και πηδάει τις σελίδες δυο-δυο γιατί νυστάζει και εγώ το καταλαβαίνω και την ενημερώνω αθώα ότι μάλλον έκανε κάποιο λάθος και τις ξέφυγε μια σελίδα. Όταν το πλυντήριο δεν δουλεύει, πηγαίνω στο μπάνιο, ανοίγω την παπουτσοθήκη της και φοράω τις γόβες της. Όταν δουλεύει κάθομαι ήσυχη σε μια γωνιά και επ’ ουδενί δεν πλησιάζω το μπάνιο, μου φαίνεται πολύ τρομακτικό. Ειδικά όταν στύβει τα ρούχα μοιάζει σαν τέρας που βρυχάται.

Οι γόβες της γιαγιάς μου είναι νούμερο 37 και μου είναι τεράστιες. Τις φοράω μέχρι που φτάνει εκείνη η στιγμή που μου έρχονται ίσα-ίσα. Ανοίγω το κομοδίνο που είναι στο σαλόνι, και διαλέγω τσάντες που να ταιριάζουν με τις γόβες. Μέσα οι τσάντες κρύβουν μικρούς θησαυρούς. Έχουν πούδρες μέσα σε χρυσά κουτιά, μαντήλια κεντητά και κέρματα για την εκκλησία. Μέχρι που ένα απόγευμα οι γόβες δεν μου κάνουν, είναι στενές, οι τσάντες μου φαίνονται παλιομοδίτικες και οι θησαυροί που κρύβουν μέσα δεν μ’ ενδιαφέρουν πια. Μόνο καμιά φορά, τα καλοκαίρια, όταν το πρόσωπο μου καίγεται από τον ήλιο ξετρυπώνω καμιά πούδρα και πασαλείβομαι για να κρύψω το κάψιμο.

Μεγαλώνω και τις χειμωνιάτικες Kυριακές καθόμαστε στο σαλόνι, πιάνουμε από έναν καναπέ, σκεπαζόμαστε με κουβέρτες και η Βουγιουκλάκη με τον Παπαμιχαήλ στην οθόνη μας κρατάνε συντροφιά.  Έξω φυσάει και βρέχει. Νιώθω μελαγχολία.  «Εδώ πιο πάνω έχει ένα σπίτι που ενοικιάζεται είναι πιο μεγάλο και πιο ωραίο» της λέω μια φορά. Τα φορτώνουμε και φεύγουμε. Επιχειρεί να πάρει μαζί της και τον γάτο της αυτός όμως δεν θέλει να αποχωριστεί τον γνωστό του χ΄ώρο και αντιδράει δαγκώνοντας την άσχημα στο χέρι.

Τώρα έχω δικό μου δωμάτιο, πιο μεγάλο μπαλκόνι να πίνω το καφέ μου και να κάνω το τσιγάρο μου. 'Εχω και τζάκι τον χειμώνα. Είναι Σεπτέμβρης και ο φετινός χειμώνας δεν θα με βρει στο χωριό. Έχω σκοπό να φύγω. Όλα αλλάζουν, ένα φορτηγό γεμάτο παλιά έπιπλα χαρισμένα από φίλους και συγγενείς, ετοιμάζεται να ξεκινήσει από το λιμάνι με προορισμό το νέο μου σπίτι στην Αθήνα.

Το σπίτι βρίσκεται σε μια κακόφημη περιοχή, δεν είχα ιδέα από Αθήνα όταν το έκλεισα, στο διπλανό στενό ακριβώς είναι οι οίκοι ανοχής της Φυλής. Μιχαήλ Βόδα λέγεται ο δρόμος και Πατήσια η περιοχή. Το διαμέρισμα είναι παλιό, ρετιρέ, χτισμένο στις αρχές του αιώνα. Γείτονες μου είναι ο Νίκος Βανδώρος και ο γιός του Θεόφιλος. Λίγο πιο πέρα ζει και ο Απόστολος Σουγκλάκος. Είμαι ενθουσιασμένη με τους νέους μου γείτονες. Δεν είναι και λίγο να σου χτυπάει την πόρτα ο αστυνομικός από το "Τμήμα Ηθών". Τελικά είναι υπαρκτά αυτά τα πρόσωπα δεν υπάρχουν μόνο στην οθόνη της τηλεόρασης μου. Το σπίτι είναι πολύ κρύο το χειμώνα και πολύ ζεστό το καλοκαίρι. Από τα παράθυρα του μοιάζει να περνάει σαν ταινία του σινεμά όλη την γκρι μιζέρια της Αθήνας. Μου λείπει φρικτά η θάλασσα του χωριού μου. Πριν κλείσει χρόνος μετακομίζουμε με τον σύντροφό μου σε ένα δυάρι στο Γκύζη. Ένα δωμάτιο, ένα σαλόνι, μια μεγάλη περίεργη κουζίνα και στο πίσω μέρος μια μικρή αυλή με ψηλούς τοίχους. Μοιάζει λίγο με προαύλιο φυλακής. Είναι το πατρικό σπίτι της κυρίας Αδέλας. Αυτή μένει πλέον στην Κηφισιά και έρχεται τα Σαββατοκύριακα και καθαρίζει τους κοινόχρηστους χώρους. Κάθε πρώτη του μηνός έρχεται και μαζεύει τα ενοίκια. Μας δίνει μια χειρόγραφη απόδειξη και μας ευχαριστεί. Δεν έχει μπαλκόνια και ο θόρυβος από τον δρόμο τα πρωινά είναι εξαιρετικά κουραστικός. Ακούγονται κορναρίσματα από τα μποτιλιαρισμένα αμάξια και τακούνια που χτυπάνε στο πεζοδρόμιο. Μαζί μας ζει και, ο Θρυλέων. Ο πιο έξυπνος γάτος που είχα στην ζωή μου. Τον πήρα από ένα Pet Shop στα Ανω Ιλίσια. Τον κουβαλούσα μέσα σε ένα κουτί μέσα στα λεωφορεία. Του έχουμε πάντα ανοιχτά να μπαινοβγαίνει στην μικρή αυλή. Για να μας ευχαριστήσει για την φιλοξενία, μας φέρνει δώρα  σαύρες, οι οποίες ζουν με κομμένες ουρές κάτω από τον καναπέ στο σαλόνι και ποντίκια που τρέχουν πανικόβλητα κάτω από κρεβάτι. Επιτέλους βρίσκουμε τις πρώτες μας δουλειές και με την συμβολή των γονιών αγοράζουμε καινούργια έπιπλα. Φτιάχνω μια νησιώτικη γωνιά να μου θυμίζει την Ερμιόνη. Τώρα που την φέρνω στο νου ήταν αρκε΄τά κιτς...αλλά τότε ήμουν υπερ΄ηφανη για τις διακοσμητικές μου ικανότητες.  Μένουμε τρία χρόνια και μετακομίζουμε σε ένα σπίτι που ανήκει στην οικογένεια μου, Αιγίου 32 στο Γουδί. Ο Θρυλέων αρνείται πεισματικά να προσαρμοστεί σε ένα διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου. Έχει μάθει να είναι αυτόνομος και να βγαίνει όποτε θέλει έξω. Αναγκαζόμαστε να τον πάμε στο χωριό. Το νέο διαμέρισμα είναι όμορφο, διαμπερές και μεγάλο. Τα υπνοδωμάτια είναι από την πλευρά ενός πάρκου και κάθε πρωί μας ξυπνάει το κελάηδημα των πουλιών. Μέσα στα επόμενα χρόνια, φέρνω δυο ανθρώπους στην ζωή, τους κουβαλάμε με τις καλαθούνες και τους ξεναγούμε στο νέο τους σπίτι. Εκεί πρωτοπερπατάνε, πρωτομιλάνε, ξενυχτάνε αρρωσταίνουνε κάνουν τα πρώτα τους γενέθλια. Εκεί γινόμαστε γονείς.

Είναι Απρίλης. Τρίτη πρωί το κουδούνι χτυπάει. Έρχεται η μεταφορική. Μέσα σε 7 ώρες έχουν αδειάσει όλο το σπίτι. Η οικοσκευή σε μια εβδομάδα θα είναι στην Λευκωσία.

Περιμένω στο μπαλκόνι το φορτηγό. Αυτό το διαμέρισμα είναι το πιο καινούργιο από όσα έχω ζήσει. Αδειάζω τις κούτες, νομίζω είναι χιλιάδες, δεν θα τελειώσουν ποτέ. Έχω εξαντληθεί. Όμως καινούργιο σπίτι, καινούργια ζωή. Έχει μια τεράστια βεράντα που βλέπει στο πάρκο και υπέροχους γείτονες. Ένα ζευγάρι στρατιωτικών από την Ελλάδα με τρια ευγενικά κορίτσια τα οποία είναι πάντα πρόθυμα να μου κάνουν babysitting. Ευτυχώς γιατί στην Αθήνα ήταν πολύ δύσκολο να βρούμε κάποιον να τα προσέχει για να βγούμε. Τα παιδιά μου ευχαριστιούνται παιχνίδι στο πάρκο. Όμως δεν μένουμε ούτε ένα χρόνο. Ανατροπή. Χάνουμε τις δουλειές μας και πρέπει να βρούμε κάτι πιο οικονομικό. Ξανά κούτες, ξανά από την αρχή. Το νέο διαμέρισμα έχει πιο μικρό μπαλκόνι αλλά είναι όμορφο. Εκεί ο γιός μου μαθαίνει τα πρώτα του γράμματα στο τραπέζι της κουζίνας, η κόρη μου κάνει πιτζάμα parties με τις φίλες της. Ο σκύλος μου παίρνει το λουρί για να τον πάω βόλτα. Εκεί κόβω το τσιγάρο και κάνω ένα μεγάλο πάρτι όταν κλείνω τα 37. Για φινάλε παίζουμε τουρτοπόλεμο. Το πάτωμα γλιστράει και την επόμενη μέρα το σφουγγαρίζω 7 φορές προκειμένου να μπορέσουμε να περπατήσουμε χωρίς να κολλάμε.

Το καλοκαίρι του 2017 ο ιδιοκτήτης θέλει να το πουλήσει. Βρίσκω μια μονοκατοικία στον Στρόβολο. Μαζεύω και πάλι κούτες. Περνάω εκεί την καραντίνα και νιώθω ότι είμαι ευλογημένη που δεν είμαι κλεισμένη σε ένα διαμέρισμα. Χωρίζω, πονάω, απελπίζομαι, το γεμίζω λουλούδια και μουσική για παρηγοριά. Μέσα και έξω. Τα καλοκαίρια βάζω μια πολύχρωμη αιώρα και διαβάζω τα βιβλία μου. Στην πίσω αυλή μαζευόμαστε με φίλους, κάνω ιταλικές βραδιές, ψήνουμε, παίζουμε χαρτιά. Κάθομαι με τους γείτονες στην βεράντα τους και πίνουμε παγωμένο τζιν με τόνικ.

Τώρα μαζεύω κούτες, φεύγω πάλι, νέο σπίτι νέα αρχή. Νιώθω εξαντλημένη και παράλληλα ενθουσιασμένη για το καινούργιο που με περιμένει. Κάνω έναν απολογισμό, μετράω με τα δάχτυλά μου και βρίσκω ότι έχω ζήσει σε 9 διαφορετικά σπίτια. Ανασκουμπώνομαι. Πάμε πάλι. Νομίζω κουράστηκα να φεύγω. Αυτό το σπίτι που θα βρω θέλω να είναι το τελευταίο. Τώρα θέλω μια αυλή γεμάτη με λουλούδια, θέλω δυο δέντρα να δέσω την αιώρα μου, θέλω ξύλινα πατώματα για να φαίνεται ζεστό και θέλω και ένα τζάκι με μια τεράστια πολυθρόνα δίπλα να χώνομαι και να διαβάζω τα βιβλία μου όταν χειμωνιάζει. Τούρτες, ψητά, κυριακάτικα τραπέζια, γατιά, μουσικές, κόσμος, parties, κλάματα και γέλια. Τα σπίτια της ζωής μου τελικά είναι πολλά και όλα κρύβουν μοναδικές στιγμές…Τα ευχαριστώ! Πάμε για άλλα.

 

Αφροδίτη Δερματά: Τελευταία Ενημέρωση