ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: maxi oversized φόρεμα, κόκκινη ζώνη στην μέση και ασορτί kitty heels
 

Η μάχη της ράτσας

Αφροδίτη Δερματά

Αφροδίτη Δερματά

Mάνα Παφίτισσα, πατέρας Πελοποννήσιος. Ένας νοτιάς και μια δύση ενώθηκαν και γεννήθηκε η αφεντιά μου. Δυο εξίσου αγαπημένοι κόσμοι ζουν μέσα μου. Για να καταλάβεις, όταν ήμουν παιδί και ερχόμουν διακοπές στην Κύπρο άκουγα κάποιον με ελλαδίτικη προφορά να μιλάει και αγαλλίαζε η ψυχή μου. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και όταν ήμουν στην Ελλάδα και άκουγα κάποιον να μιλάει με κυπριακή προφορά. Δυο λαοί τόσο όμοιοι και τόσο διαφορετικοί έχουν ενωθεί και ρέουν στην ιστορία και στο αίμα μου.  

Ως παιδί λάτρευα τα Κυπριακά και την προφορά τους και ζήλευα τόσο πολύ τα ξαδέρφια μου που μπορούσαν να τα μιλάνε με τέτοια άνεση. Έτσι ένα καλοκαίρι, 9 χρονών ήμουν, που έκανα διακοπές στους θείους μου στην Έγκωμη πήρα τη βαρυσήμαντη απόφαση ότι όταν θα είμαι στην Κύπρο θα μιλάω μόνο Κυπριακά. Οπότε ένα απόγευμα, που έπαιζα μέσα στο σπίτι και οι θείοι μου καθόντουσαν στην αυλή απάντησα περήφανα και δυνατά «ΔΑΜΑΙ» στο ερώτημά τους «Αφροδίτη, πού είσαι;». Τα γέλια που ακούστηκαν απέξω με αποθάρρυναν και είπα ότι δεν θα ξαναμιλήσω Κυπριακά ποτέ. Ήμουν πολύ σοβαρό παιδί, βλέπεις, δεν ήθελα να γελάνε μαζί μου.

Παρά το γεγονός ότι ζούσα μόνιμα στην Ελλάδα, η τριβή μου με την κυπριακή παράδοση και κουλτούρα ήταν καθημερινή μιας και με μεγάλωνε μια Κύπρια χρυσοχέρα γιαγιά που φρόντιζε καθημερινά να μη λείπουν από το τραπέζι τα κυπριακά εδέσματα. Στις γιορτές σηκωνόταν αχάραγα για να φτιάξει μηλόπιτες και δάχτυλα, ενώ η κατάψυξη ήταν γεμάτη με πεντανόστιμες χειροποίητες ραβιόλες και ελιόπιτες. Η καθημερινότητά μας ήταν γεμάτη γεύσεις και ιστορίες από το χωριό. Είχε ένα μαγαζί με τουριστικά στο λιμάνι της Ερμιόνης, στο οποίο είχε δώσει το όνομα του χωριού της, «Κρήτου Τέρρα», και όλοι έλεγαν «πάμε στην Κύπρια να ψωνίσουμε».

Το καλοκαίρι του 1976 η γιαγιά, εκδιωγμένη από το Κονγκό της Αφρικής -ναι, έχει κάνει και εκεί- μετά την επανάσταση των ντόπιων,  κυκλοφορούσε  στους Αμπελόκηπους στην Αθήνα ψάχνοντας να βρει χώρο να στήσει τη ζωή της από την αρχή. Ήθελε να ανοίξει ένα μαγαζί. Μπήκε, λοιπόν, σε ένα άλλο μαγαζί με σκοπό να ρωτήσει αν ενοικιάζεται κάποιος χώρος στη γειτονιά. Ο ιδιοκτήτης μόλις αντιλήφθηκε την κυπριακή προφορά στο καλημέρα της, αγρίεψε και σχεδόν την έβγαλε έξω από το μαγαζί. «Έλεος μ’ εσάς τους Κύπριους πρόσφυγες», της είπε, «δεν έχουμε να σας δώσουμε άλλα πια, γυρίστε πίσω στη χώρα σας». Δεν πρόλαβε καν να μιλήσει. Το έλεγε η καημένη η γιαγιά μου μέχρι που πέθανε ότι την πέταξε έξω σαν να ήταν αδέσποτο σκυλί. Ποιαν, αυτήν που καλύτερα να πέθαινε παρά να ζητιάνευε; Έτσι, λοιπόν, αυτός ο αγριεμένος κύριος άθελά του όρισε κατά κάποιον τρόπο τη μοίρα της και την έσπρωξε να ανοίξει το μαγαζί της σε ένα παραθαλάσσιο χωριό στην Πελοπόννησο. Όνειρο της γιαγιάς, λοιπόν, ήταν, όταν θα μεγαλώσω, να τα μαζέψω όλα, να μαζέψω και αυτήν και να γυρίσουμε στην Κύπρο. Η ευχή της πραγματοποιήθηκε κατά το ήμισυ.

Χρόνια πριν, κάπου το 1946 η γιαγιά έμπαινε στη βάρκα για την Αλεξάνδρεια για να πάει να γράψει την ιστορία της ζωής της, κάπου το 2012 ανέβαινα τις σκάλες του αεροπλάνου -χωρίς αυτήν- που θα με έφερνε στην άλλη μου πατρίδα καθώς όριζε η μοίρα, για μια νέα ζωή. Αυτά τα περίεργα παιχνίδια που σου παίζει η ζωή, γι’ αυτό είναι τόσο όμορφη.

Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, η ιστορία επαναλαμβανόταν με έναν διαφορετικό τρόπο. Ήμουν λίγο καιρό στη νέα μου ζωή στην Κύπρο, όταν έτρωγα σε ένα εστιατόριο και άκουσα από το διπλανό τραπέζι κάποιον να ψιθυρίζει, όχι και τόσο σιγά, στην παρέα του για τους καλαμαράδες που μαζεύτηκαν εδώ και πήραν όλες τις δουλειές, λόγια που πείραξαν όσο αυτά που άκουσε η γιαγιά μου από τον μαγαζάτορα στους Αμπελόκηπους.

Σίγουρα όσα ανέφερα είναι η εξαίρεση στον κανόνα, σίγουρα υπάρχει η άλλη η καλή πλευρά που υπερισχύει μάλιστα, αλλά δεν παύουν οι αρνητικές αμφίπλευρες σκέψεις να περιπλανώνται στην ατμόσφαιρα.

Εντούτοις, τα χρόνια πέρασαν και όμορφοι άνθρωποι με αγάπησαν και τους αγάπησα σαν να ήμασταν οικογένεια όπως αγάπησαν και τους αγάπησε και η γιαγιά μου, κι εγώ η μισή-μισή αποφάσισα να μη σηκώνω κουβέντα γι’ αυτούς τους δυο λαούς που ζουν μέσα μου και προπαντός να μη συγκρίνω.

Κλείνοντας αυτόν τον μικρό κύκλο της ιστορίας και στεκόμενη στη μέση δυο λαών με την ίδια ρίζα, έχω να σου πω δυο μυστικά.

Κύπριε, η λέξη «καλαμαράς», όσο κι αν θες να τη χρησιμοποιήσεις για να περιγράψεις κάποιον που είναι από Ελλάδα και όσο κι αν έχει δημιουργηθεί με σκοπό να περιγράψει κάποιον μορφωμένο, πολλές φορές το ύφος που τη συνοδεύει την κάνει να φαίνεται υβριστική.

Ελλαδίτη, αν μένεις εδώ, τον τόπο και τον λαό που σε φιλοξενεί να τον κοιτάς με σεβασμό κι αγάπη!

Αγάπη μόνο!

 

Αφροδίτη Δερματά: Τελευταία Ενημέρωση