ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: pink suit, λευκά sneakers και oversized ασημένια τσάντα
 

Ένα ξημέρωμα στο λούκι

Τώρα ξέρω πως πολλές φορές ακόμα και οι κεραμιδόγατοι συμβιβάζονται

Αφροδίτη Δερματά

Αφροδίτη Δερματά

Ήμουν περίπου 25 χρονών όταν δήλωνα με θράσος ότι δεν πρόκειται να υπάρξει σαββατόβραδο στη ζωή μου που θα μείνω μέσα στο σπίτι. Είχα την εντύπωση ότι μέχρι να φτάσω τα 100 θα βγαίνω στα μπαράκια ακάθεκτη, θα πίνω ποτά με την παρέα μου και θα γυρνάμε πίσω ξημερώματα. Δεν μπορούσα με τίποτα να διανοηθώ ότι θα άλλαζε αυτός ο θεσμός του Σαββάτου μέχρι που σιγά-σιγά ήρθε εκείνη η βραδιά που η μέση μου άρχισε να πονάει από την ορθοστασία, που το πολύ ποτό έφερνε δυσφορία, που η επόμενη μέρα από το ξενύχτι ήταν ζόρικη, μη σου πω και η μεθεπόμενη. Δεν ήμουν ποτέ σπιτόγατος, μάλλον κεραμιδόγατος ήμουν. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μου άρεσε το έξω. Οπότε την έξοδο του σαββατόβραδου την αναπροσάρμοσα στα νέα ηλικιακά δεδομένα. Φαγητό με φίλους, μουσική στο βάθος, ποτό με ρέγουλα (όσο γίνεται) και μία η ώρα στο κρεβάτι. Το τελευταίο διάστημα, λοιπόν, ο κεραμιδόγατος που ζει μέσα μου δυσφορεί και διαμαρτύρεται έντονα θέλει τα έξω του, αναπολεί εκείνα τα βράδια που ξημέρωνε εκτός και φοβάμαι ότι, όταν του ανοίξω την πόρτα να βγει από το  σπίτι, υπάρχει ενδεχόμενο να κάνει μήνες για να ξαναγυρίσει πίσω.

Κάποτε, αν δεν έβγαιναν οι πρώτες ακτίνες ηλίου, δεν γυρνούσαμε στο σπίτι. Θυμάμαι τα μεσημέρια, που ξυπνούσα και κατέβαινα στο λιμάνι στο μαγαζί της γιαγιάς μου, τη γειτόνισσα να με ρωτάει με μια δόση ειρωνείας «Εντάξει, το σκουπίσατε πάλι το μαγαζί;». Ναι, η αλήθεια ήταν ότι σχεδόν το είχαμε σκουπίσει. Θυμάμαι να ξημερώνουν Κυριακές και να κάθομαι να  παρακολουθώ τον ήλιο να ανατέλει δίπλα στο παράθυρο του bar. Η μέρα ξεκινούσε κι ο Ρέμος αναρωτιόταν ποιο κορμί μας ταξιδεύει, ο Πλούταρχος παρακαλούσε το κορίτσι του να χορέψει στους χτύπους της καρδιάς του -τραγούδια σήμα κατατεθέν ότι από στιγμή σε στιγμή ανοίγουν τα φώτα και τελειώνει το «πανηγύρι»- και το μαγαζί να μυρίζει τεκίλα και βότκα με λεμόνι ενώ το πάτωμα ήταν σκεπασμένο με δεκάδες χαρτοπετσέτες. Αν ήμασταν στο «Privé», το παράθυρο έβλεπε στο πάρκινγκ, αν ήμασταν στο «Madraki», έβλεπε στη θάλασσα κι αν ήταν από τις καλές βραδιές ή από τα καλά ξημερώματα για να το θέσω σωστά, τα νησιώτικα έδιναν κι έπαιρναν ενώ το γλέντι μεταφερόταν έξω στον δρόμο δίπλα στη θάλασσα. Το θέαμα ήταν μοναδικό, το ρολόι έδειχνε 7 μισή το πρωί, ο ήλιος ανέβαινε σιγά-σιγά στον ουρανό και το γλέντι ήταν στ’ αποκορύφωμά του.

Kάποιο ξημέρωμα του Αυγούστου είμαστε οκτώ... πάνω στην ανηφόρα, σ’ ένα στενάκι στημένοι κυκλικά, ζαλισμένοι από τα ποτά και προσπαθούμε να αποφασίσουμε πώς θα καταλήξει τελικά αυτή η μοναδική βραδιά.

Κάποτε, αν δεν έβγαιναν οι πρώτες ακτίνες ηλίου, δεν γυρνούσαμε στο σπίτι.

-Πάμε για τυρόπιτα;
-Πάμε.
-Μα θα τελειώσει εδώ η βραδιά;
-Ποια βραδιά; Η βραδιά έχει τελειώσει εδώ και ώρα.
-Εγώ λέω να πάμε για πρωινό μπάνιο.
-Εγώ λέω να πάμε για ύπνο.
-Μην είσαι αντιπαρέας… Τόσο ωραία περνάμε, γιατί να χωριστούμε;
-Παιδιά, κι εγώ νυστάζω.
-Αυτή την ώρα η θάλασσα είναι λάδι.
-Ε καλά, και το απόγευμα που θα ξυπνήσουμε με το καλό, λάδι θα είναι... Ας πάμε να κοιμηθούμε και πάμε αύριο για μπάνιο.
-Ναι, αλλά τώρα θα είμαστε μόνοι μας στο σύμπαν.
-Ουφ! Δεν ξανακατεβαίνω στο λιμάνι με τα πόδια, είμαι κουρασμένη.
-Έλα, μη μας τη σπας! Πάμε να κάνουμε μια βουτιά στα γρήγορα.

«Πάμε για μπάνιο» versus «Πάμε για ύπνο». Το δημοψήφισμα έχει πάρει φωτιά. Ένας κουβάς γεμάτος με νερό σκάει στα κεφάλια μας. «Τώρα δεν χρειάζεται να πάτε πουθενά, το κάνατε το μπάνιο σας». Ακούγεται μια φωνή από ψηλά και όχι, δεν ήταν ο Θεός, ήταν ο κυρ Σπύρος που τον είχαμε ξυπνήσει. «Πηγαίνετε για ύπνο» συμπληρώνει η θυμωμένη φωνή από το μπαλκόνι. Η φωτιά του δημοψηφίσματος σβήνει άδοξα... Κατεβαίνουμε την κατηφόρα σαν βρεγμένοι κεραμιδόγατοι και οι 8 χαζογελώντας και βρίζοντας παράλληλα. Καλημέρα, τα λέμε το μεσημέρι.  

Στο δημοψήφισμα ήμουν υπέρ του να πάμε για ύπνο, τώρα μετά από τόσα χρόνια μετανιώνω για εκείνη τη χαμένη πρωινή βουτιά. Τώρα ξέρω  πόσο γρήγορα φεύγουν οι στιγμές και πως πρέπει να τις αρπάζεις όταν περνάνε από μπροστά σου χωρίς δεύτερη σκέψη.
Τώρα ξέρω πως πολλές φορές ακόμα και οι κεραμιδόγατοι συμβιβάζονται και αν χρειαστεί όσο κι αν δυσκολεύονται μετατρέπονται σε σπιτόγατους. Άλλωστε ζω σημαίνει προσαρμόζομαι...Φτου ξελευτερία λοιπόν στον συμβιβασμένο κεραμιδόγατο που ζει μέσα μας! 

Υγ Ο μόνος τρόπος να διαπραγματευτείς με έναν μη ελεύθερο κόσμο είναι να γίνεις τόσο απολύτως ελεύθερος ώστε η ίδια σου η ύπαρξη να είναι μια πράξη εξέγερσης. Albert Camus

Αφροδίτη Δερματά: Τελευταία Ενημέρωση

X