
Αφροδίτη Δερματά
Ο ήχος από το ξυπνητήρι εισέβαλε βίαια στο όνειρό της. Σήκωσε βαριά το χέρι της και πάτησε το snooze. Ζητούσε απεγνωσμένα μόνο επτά λεπτά παράταση χουζουρέματος, πριν αρχίσει η μεγάλη μάχη της καθημερινότητας.
Ήξερε ότι αυτά τα λίγα λεπτά θα τα πλήρωνε ακριβά, με περισσότερο άγχος και περισσότερο τρέξιμο, αλλά της ήταν αδύνατο να αντισταθεί σε ένα ακόμη μικρό όνειρο και να επιστρέψει έτσι αμαχητί στην πραγματικότητα. Ήταν χειμώνας και το ζεστό της κρεβάτι αποτελούσε έναν επιπλέον ανασταλτικό παράγοντα.
Με μεγάλη προσπάθεια σηκώθηκε, φόρεσε τη ζεστή μάλλινη ζακέτα της και πήγε να ξυπνήσει τα παιδιά.
Μέσα στα επόμενα λεπτά το σπίτι μοσχομύρισε γαλλικό καφέ και ψημένα τοστ. Τα παιδιά δεν ακούγονταν. Πρέπει να τα είχε πάρει ο ύπνος πάλι.
Ξαναπέρασε από τα δωμάτιά τους και τα ξύπνησε. Δεν υπήρχε άλλο περιθώριο διαπραγμάτευσης. Έπρεπε να σηκωθούν, να ετοιμαστούν, να φάνε το πρωινό τους και να μπουν στο αυτοκίνητο. Τις σάκες τους τις είχαν φτιάξει από το προηγούμενο βράδυ. Τα ρούχα τους ήταν έτοιμα, καθαρά σιδερωμένα, απλωμένα πάνω στην καρέκλα.
Μέσα στα επόμενα λεπτά βρίσκονταν στον δρόμο. Το ραδιόφωνο ήταν συντονισμένο στην αγαπημένη τους πρωινή εκπομπή και η μουσική, μαζί με τα χαριεντίσματα των ραδιοφωνικών παραγωγών, αποτελούσαν τη μόνη της παρηγοριά στο ανελέητο μποτιλιάρισμα.
Ένιωθε ότι δεν έπαιρνε ανάσα.
Άφησε τη μικρή στο γυμνάσιο και τη μεγάλη στο Λύκειο και, έπειτα από μία ώρα στους δρόμους, έφτασε στο γραφείο.
Έφτιαξε άλλον έναν καφέ και ξεκίνησε τα τηλέφωνα.
Στις 12 είχαν meeting και από τις 2 κι έπειτα είχε συναντήσεις με πελάτες. Έπρεπε να προετοιμαστεί. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, αν δεν σήκωνε κεφάλι, αν έτρωγε ένα τοστ εκεί καθώς δούλευε το μεσημέρι, αν δεν απαντούσε σε μη επείγοντα τηλεφωνήματα, ίσως να προλάβαινε να ανταποκριθεί εγκαίρως στις απαιτήσεις της δουλειάς.
Η ώρα πήγε 5.
Όλα κινήθηκαν εντός χρονοδιαγράμματος. Μόνο το τοστ έμεινε μισοφαγωμένο στην άκρη του γραφείου.
Έφυγε ικανοποιημένη, σχεδόν τρέχοντας. Οι δρόμοι πάλι μποτιλιαρισμένοι.
Να πάρει τη μεγάλη από τα γαλλικά, να πάρει τη μικρή από το κολυμβητήριο, να πάει στο σούπερ μάρκετ, να γυρίσει σπίτι, να μαγειρέψει.
Ευτυχώς ο Γιώργος σχολούσε πιο νωρίς και μπορούσε να τις πάρει από το σχολείο και να τις πάει στις πρώτες δραστηριότητες.
Το βράδυ τις βρήκε να διαβάζουν, ενώ στον φούρνο ψήνονταν αφράτα μπιφτέκια κοτόπουλου με πατάτες.
Το μυστικό για αφράτα, νόστιμα μπιφτέκια ήταν να τρίψεις λίγα καρότα και λίγη ντομάτα μέσα στον κιμά.
Έκανε ένα ζεστό ντους, φόρεσε τις πιτζάμες της, έφτιαξε τα τοστ και τα έβαλε στο ψυγείο για να είναι έτοιμα να τα ψήσει το πρωί. Έβαλε τον γαλλικό στην καφετιέρα, τσέκαρε τα ρούχα των παιδιών, τσέκαρε αν ήταν έτοιμες οι σάκες τους, καληνύχτισε την οικογένεια και έπεσε για ύπνο.
Ο ύπνος της διακόπηκε απότομα.
Ξύπνησε κατά τη 1 και οι εκκρεμότητες άρχισαν να βαραίνουν το μυαλό της.
Την επόμενη μέρα είχε μια σημαντική συνάντηση στο γραφείο. Ήταν μεγάλος πελάτης και η εταιρεία είχε μεγάλες προσδοκίες από εκείνη. Έπρεπε οπωσδήποτε να κλείσει τη συμφωνία.
Προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, αλλά δεν τα κατάφερε.
Γύριζε σαν σβούρα στο κρεβάτι. Ο Γιώργος άρχισε να γκρινιάζει.
Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, έφτιαξε ένα χαμομήλι και κάθισε στο σαλόνι.
Ήταν έτοιμη να ανοίξει το λάπτοπ και να τσεκάρει μια τελευταία φορά την πρόταση, αλλά συγκρατήθηκε.
Έπεσε ξανά στο κρεβάτι έχοντας στο μυαλό της την αυριανή συνομιλία. Έκανε φανταστικούς διαλόγους, έβρισκε επιχειρήματα, έψαχνε λύσεις.
Ύστερα την έπιασαν τα υπαρξιακά της.
Κόντευε τα 40. Η καθημερινότητά της ήταν βαριά και επαναλαμβανόμενη. Είχε καιρό να πάει ένα ταξίδι. Είχε καιρό να βρεθεί με την Τίνα, την παιδική της φίλη...και τα χρόνια περνούσαν σαν ποτάμι.
Τι να έκανε άραγε;
Πήρε το κινητό της, μπήκε στο Instagram και πάτησε το προφίλ της.
Καλά περνάει, σκέφτηκε. Τι ανάγκη έχει αυτή; Είναι ελεύθερη, είναι δασκάλα, δεν έχει τόσες υποχρεώσεις, δεν έχει άγχος.
Βρήκε κάτι φωτογραφίες της από μια εκδρομή στο Ναύπλιο και κάποιες άλλες από μια εκδρομή στην Αίγινα. Σε άλλες πόζαρε δίπλα στη θάλασσα.
Χάρηκε για τη φίλη της που περνούσε καλά και ομολόγησε στον εαυτό της ότι ζήλεψε λίγο την ανεμελιά της.
Της πάτησε απανωτά καρδιές και της έστειλε κι ένα μήνυμα: «Μου έλειψες. Να τα πούμε.»
Το ξυπνητήρι χτύπησε λίγο πάνω που άρχισε να την παίρνει ο ύπνος.
Σηκώθηκε μηχανικά και ετοιμάστηκε να ζήσει για άλλη μια φορά τη μέρα της Μαρμότας.
Σε μισή ώρα ήταν στους μποτιλιαρισμένους δρόμους, με τα παιδιά νυσταγμένα δίπλα της.
Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει, βγάζοντάς την από τη δίνη των αγχωτικών της σκέψεων.
Στην άλλη γραμμή ήταν η άλλη παιδική της φίλη, η Μαριάννα.
Πώς και την θυμήθηκε τόσο πρωί;
«Καλημέρα. Δεν έχω καλά νέα», ακούστηκε βαριά και πνιχτή η φωνή της.
«Η Τίνα έπαθε χθες το βράδυ ανακοπή. Έπεσε για ύπνο και δεν ξύπνησε ποτέ.»
Παγωμένη, πήγε και άφησε τη μεγάλη στο Λύκειο και ύστερα τη μικρή στο γυμνάσιο.
Μετά πάρκαρε το αυτοκίνητο στην άκρη και άναψε ένα τσιγάρο, προσπαθώντας να χωνέψει αυτό που είχε ακούσει πριν λίγο. Ήταν αδύνατο.
Ένιωθε μουδιασμένη.
Η Τίνα της. Η παιδική της φίλη. Η «αδερφή» της.
Έπεσε για ύπνο και δεν σηκώθηκε ποτέ.
Έβαλε το αμάξι μπροστά και έφυγε κλαίγοντας. Πέρασε έξω από την εταιρεία της. Σε μία ώρα θα ξεκινούσε η συνάντηση.
Το σώμα της δεν υπάκουε στις εντολές της.
Το πόδι της δεν πάτησε ποτέ φρένο. Τα χέρια της δεν έστριψαν ποτέ το τιμόνι στο πάρκινγκ.
Σε μισή ώρα βρισκόταν να κάθεται δίπλα στη θάλασσα.
Κοιτούσε τα γαλήνια νερά της με τα μάτια βουρκωμένα.
Δεν το ήξερε ακόμη, αλλά ο θάνατος της φίλης της μόλις την είχε σπρώξει να γεννηθεί πάλι από την αρχή.
Τίποτα από εδώ και στο εξής δεν θα ήταν στον αυτόματο.
Θα ζούσε την κάθε στιγμή.
Λίγες εβδομάδες μετά, η επιστολή παραίτησης έφευγε από το email της. Το προηγούμενο απόγευμα είχε υπογράψει το διαζύγιό της, ενώ στο χωλ ήταν στοιβαγμένες κούτες με στενά φορέματα, στενά παντελόνια και ψηλοτάκουνες γόβες.
Θα πήγαιναν όλα στην ανακύκλωση.
Από εδώ και στο εξής η ζωή της θα ήταν πιο ανάλαφρη και πιο ελεύθερη.
Θα είχε μουσική και λουλούδια.
Θα είχε βόλτες στην παραλία, μια δουλειά με λιγότερες απαιτήσεις, λιγότερα έσοδα και λιγότερα έξοδα, λιγότερο άγχος, περισσότερη αγάπη.
Πλέον θα οδηγούσε η ίδια τη ζωή της. Δεν θα την άφηνε στον αυτόματο πιλότο.
Θα έστριβε το τιμόνι αλλιώς.
«Εκατομμύρια ζουν (ή πεθαίνουν) έτσι... χωρίς να το συνειδητοποιούν.Δουλεύουν σε γραφεία.
Οδηγούν ένα αυτοκίνητο. Κάνουν πικνίκ με τις οικογένειές τους. Μεγαλώνουν παιδιά.
Και μετά γίνεται κάτι ξαφνικό... ένα σοκ, ένας άνθρωπος, ένα βιβλίο, ένα τραγούδι, και τους ξυπνά... και τους σώζει από τον “θάνατο”.
Κάποιοι όμως... δεν ξυπνούν ποτέ.» - Anaïs Nin
ΥΓ. Βασισμένο σε αληθινή ιστορία. Κάποια στοιχεία έχουν αλλάξει, όμως η ουσία της είναι αληθινή.


















