
Αφροδίτη Δερματά
Είμαι από παιδάκι λάτρης του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και ιδιαίτερα των κωμωδιών. Η παρακολούθησή του είχε πάνω μου χαλαρωτικές ιδιότητες, κάνοντάς με, με έναν μοναδικό τρόπο, να νιώθω ασφαλής, χουχουλιάζοντας κατ’ επανάληψη μέσα στις ίδιες έξυπνες ατάκες, στα οικεία πρόσωπα και στα προδιαγεγραμμένα χαρούμενα φινάλε.
Το «παντρεύτηκαν και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» ερχόταν σαν κάθαρση στην εξέλιξη του εκάστοτε έργου, κάνοντάς με να νιώθω ανακουφισμένη, κι ας τα είχα δει όλα δεκάδες φορές και ας ήξερα τα φινάλε εκ των προτέρων.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, πέρα από την οικειότητα που μου προσέφεραν, διαπίστωνα ότι λειτουργούσαν και ενημερωτικά, κάπως σαν ντοκιμαντέρ. Μέσα από τις ταινίες έβλεπα τις διαφορές της τωρινής κοινωνίας με την τότε. Πόσο άλλαξαν τα ήθη, η κουλτούρα, η μόδα, οι εκφράσεις, οι σκέψεις και η φιλοσοφία των Ελλήνων.
Αν κάτι παρέμεινε ίδιο, αυτό είναι το χιούμορ. Γι’ αυτό κιόλας συνεχίζω να γελάω με τις ατάκες του Χατζηχρήστου στον «Μπακαλόγατο» και με τη μορφή και τις ατάκες του Παπαγιαννόπουλου στη «Τζένη Τζένη», κι ας έχουν ειπωθεί 60 χρόνια πριν.
Μόνο τα τελευταία λίγα χρόνια αποφεύγω να παρακολουθώ ελληνικές ταινίες. Καθώς οι πρωταγωνιστές έχουν αρχίσει εδώ και καιρό να φεύγουν από τη ζωή, νιώθω κάθε φορά να με κατακλύζει μια ανεπαίσθητη μελαγχολία, συνειδητοποιώντας τη ρευστότητα της ύπαρξής μας.
Πενθώ ασυνείδητα τους αγαπημένους Έλληνες ηθοποιούς που κατείχαν τόσο ξεχωριστή θέση στην παιδική μου ζωή. Γιατί η προβολή των ελληνικών ταινιών εκείνα τα χρόνια είχε σημαντική θέση στην καθημερινότητά μας και αποτελούσε ιδιαίτερο γεγονός. Ήταν το χρώμα στα μουντά Σαββατοκύριακα του χειμώνα. Ήταν το event που σημειώναμε στην ατζέντα του μυαλού μας και περιμέναμε με ανυπομονησία να απολαύσουμε.
Το «Η δε γυνή να φοβήται τον άντρα» του Γιώργου Τζαβέλλα συγκαταλέγεται μέσα στις πέντε πιο αγαπημένες μου ελληνικές κωμωδίες.
Όταν ο Βασίλης Χατζηστυλλής, ο σκηνοθέτης της θεατρικής μου ομάδας, των Αντιδρόντων, μου πρότεινε στις αρχές της χρονιάς να πάρω τον ρόλο της Ελενίτσας, δέχτηκα με πραγματικό ενθουσιασμό.
Το έργο δουλεύτηκε πολύ υπό το πρίσμα του σκηνοθέτη και καθ’ όλη αυτή τη διάρκεια της προετοιμασίας με βοήθησε να δω τη διαχρονικότητά του και τις επιμέρους αλήθειες του μέσα από μια φρέσκια οπτική.
Υποδυόμενη την Ελένη Κοκοβίκου, μια γυναίκα με χαμηλή αυτοεκτίμηση, υποταγμένη στα «θέλω» του συντρόφου της, Αντωνάκη, η οποία, ούσα ερωτευμένη μαζί του, ζει και υπάρχει στη σκιά του, προσπαθώντας να ικανοποιήσει όλες τις διαταγές και τις επιθυμίες του, εντόπισα έναν κοινό παρονομαστή όσον αφορά τις τότε σχέσεις με τις τωρινές.
Τη μεγάλη αλλαγή που φέρνει η ανατροπή στη σχέση όταν η ανασφάλεια δώσει τη θέση της στο δεδομένο. Όταν, μετά από όλες αυτές τις υποχωρήσεις που κάνεις μέχρι να καταφέρεις να κατακτήσεις τον άλλον, έρχεται η στιγμή να αποκαλύψεις τον πραγματικό —όχι και τόσο χαριτωμένο— εαυτό σου και να εκφράσεις τα πραγματικά σου θέλω.
Όταν βγάλεις από το βάθρο της καρδιάς σου τον έρωτα και βάλεις στη θέση του εσένα, που τόσο καιρό ζούσες στη σκιά του.
Στο έργο, λοιπόν, η χαμηλών τόνων Ελενίτσα ζει στη σκιά του έρωτά της, του Αντωνάκη. Πάει με τα νερά του, είναι υπάκουη και το μόνο που αποζητά είναι η αγάπη του. Απώτερος σκοπός της είναι η αποδοχή της από τον Αντωνάκη, αποζητώντας με παράπονο να γίνει επιτέλους το επόμενο βήμα, να την γνωρίσει στους φίλους του, αποδεικνύοντάς της έτσι ότι τα αισθήματά του είναι αληθινά. Ευχή της είναι ο γάμος, η αιώνια δέσμευση, την οποία, λόγω της χαμηλής αυτοεκτίμησης, θεωρεί ουτοπία.
Η μεγάλη ανατροπή του έργου και η κορύφωσή του γίνεται όταν η Ελένη καταφέρνει τελικά να παντρευτεί τον Αντωνάκη, με δόξα και τιμή, και αρχίζει να συναναστρέφεται με τις συζύγους των φίλων του, διαπιστώνοντας πόσο καταπιεσμένη ήταν και ότι, ουσιαστικά, υπάρχει ισότητα και ότι τελικά οι σχέσεις των ζευγαριών δεν είναι έτσι όπως η ίδια έχει μάθει.
Εκεί ξεκινάει η επανάσταση και η μεταστροφή της. Από ένα άβουλο, υποτακτικό πλάσμα μεταμορφώνεται σε μια γυναίκα δυναμική και χειραφετημένη, η οποία διεκδικεί με κάθε κόστος τον σεβασμό από τον νόμιμο πλέον σύζυγό της και, φυσικά, μια καλύτερη ζωή.
Έτσι λοιπόν και οι σχέσεις, όπως και η Ελενίτσα Κοκοβίκου, μόλις επιβεβαιώσουν τη μονιμότητα που φέρνει η σιγουριά της αγάπης, αρχίζουν να ρίχνουν τις μάσκες. Εκεί η δομή της σχέσης αλλάζει και αρχίζει να κρίνεται το μέλλον της.
Είναι το σημείο που ή έρχεται ο αμφίπλευρος συμβιβασμός ή το φινάλε.
Φτάνοντας κι εμείς στο φινάλε και μία μέρα πριν από την επίσημη πρεμιέρα της παράστασης, νιώθοντας τρομερή κούραση αλλά και μια γλυκιά θλίψη για το τέλος, έχω απλά να πω ότι μπορεί τα χρόνια να περνούν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, μπορεί να φέρνουν αλλαγές στις ζωές και την κουλτούρα μας, ωστόσο ο έρωτας, η αγάπη και οι σχέσεις περιστρέφονται εδώ και χρόνια σταθερά γύρω από τις ίδιες αμετακίνητες αλήθειες.
Τελικά αυτό είναι και το παράδοξο της ζωής... να αλλάζουν όλα γύρω μας, κι εμείς να περνάμε τα χρόνια αναζητώντας, με διαφορετικούς τρόπους, τα ίδια πράγματα· να αγαπήσουμε, να αγαπηθούμε, να νιώσουμε ασφαλείς και κάποια στιγμή να βρούμε το θάρρος να υπάρξουμε αληθινά μέσα σε μια σχέση


















