ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
ΦΟΡΑΜΕ: λευκό oversized πουκάμισο, nude παντελόνα και μπαλαρίνες
 

Το μαγαζάκι της καρδιάς μου

Αφροδίτη Δερματά

Αφροδίτη Δερματά

Mεγάλωσα στο μαγαζί της γιαγιάς μου. Ένα μαγαζί το οποίο ακολουθούσε κατά πόδας τις εποχές. Το καλοκαίρι πουλούσε τουριστικά, τον χειμώνα διάφορα είδη δώρων και χριστουγεννιάτικά και την άνοιξη πασχαλινά. Αυτό έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσωπικότητας και του χαρακτήρα μου. Έμαθα από μικρή να συναναστρέφομαι και να παρατηρώ όλες τις φυλές του κόσμου, με βοήθησε να αντιληφθώ από νωρίς ότι μακριά από τον μικρόκοσμο του χωριού μου υπάρχουν διαφορετικοί άνθρωποι και άλλοι κανόνες και ότι ο κόσμος είναι πολύχρωμος και αυτή είναι η ομορφιά του.

Το μαγαζί το λάτρευα εξίσου όλες τις εποχές. Το καλοκαίρι που ήταν γεμάτο με αγάλματα, αγγεία, κοσμήματα, ρούχα του καλοκαιριού, πετσέτες θαλάσσης, αντηλιακά, κοχύλια, ούζα, και ότι άλλο θα ήθελε να αγοράσει ένας τουρίστας. Το χειμώνα που ξεκινούσαν οι γιορτές και γέμιζε με είδη δώρων και έμοιαζε στα παιδικά μου μάτια σαν ένας Παράδεισος γεμάτος μικρούς θησαυρούς. Στα ράφια του έβρισκες, μπιζουτιέρες που τις άνοιγες έπαιζαν μουσική και πετάγονταν μπαλαρίνες που χόρευαν. Φοντανιέρες, πιατέλες, φο μπιζού αλλά και ασημένια κοσμήματα, πορτοφόλια, τσάντες, ποτήρια, πιάτα και ότι άλλο θα ήθελε να αγοράσει κάποιος που έπρεπε να κάνει μια επίσκεψη ή ένα όμορφο δώρο στον εαυτό του. Πριν το Πάσχα δειλά-δειλά έβγαιναν τα πρώτα ανοιξιάτικα δώρα και τα πρώτα καλοκαιρινά. Διακοσμητικά αυγά, κοτοπουλάκια καλαθάκια και κάποια ανοιξιάτικα ρούχα. Το μαγαζί της γιαγιάς μου είχε τα πάντα και εγώ δεν χόρταινα να το εξερευνώ και να ανακαλύπτω τους μικρούς του θησαυρούς και αν ήταν μια φορά ενδιαφέροντα οι βιτρίνες και τα ράφια του το πατάρι του ήταν άλλο ένα μικρό θαύμα στα παιδικά μου μάτια.

Το γκρι μεταλλικό γραφείο με το ταμείο ήταν κάπου στην μέση του μαγαζιού και στην κολώνα από πάνω ακριβώς είχε μια μεγάλη φωτογραφία του Αρχιεπίσκοπου Μακάριου. Σε ένα ράφι ακριβώς από πίσω είχε ένα παλιό ραδιόφωνο που εξέπεμπε πάντα στα μεσαία κύματα και συνήθως έπαιζε ειδήσεις και πιο πίσω είχε ένα τηλέφωνο μαύρο. Σήμερα θα μπορούσε να θεωρηθεί αντίκα. Στο σπίτι τα πρώτα χρόνια δεν είχε τηλέφωνο οπότε όλες οι κλήσεις γίνονταν από εκεί. Άκουγα την γιαγιά μου να μιλάει, να διαπραγματεύεται και να τσακώνεται με εμπόρους, να συζητάει με τους συγγενείς που έμεναν μακριά, να γελάει με τα ευχάριστα νέα και κλαίει με τα δυσάρεστα που ανακοίνωναν απώλεια κάποιου αγαπημένου της προσώπου, να τρέμει από χαρά κάθε φορά που την έπαιρνε η μεγάλη της κόρη από το εξωτερικό.

Οι σιδερένιες σκάλες που βρίσκονταν στο τέλος του μαγαζιού σε οδηγούσαν στον πάνω όροφο. Ήταν ένας αρκετά μεγάλος χώρος χαμηλοτάβανος, ο οποίος έμοιαζε με ένα μικρό σπίτι. Είχε δυο κρεβάτια μονά τα οποία χωρίζονταν από ένα κομοδίνο, ένα τραπέζι στην άκρη που πάνω είχε ένα γκαζάκι, λίγα ποτήρια, καφέ ελληνικό και ζάχαρη. Παρεμπιπτόντως έτρωγα κρυφά μια κουταλιά ζάχαρη κάθε απόγευμα και μπορεί να μην πάχαινα παρ’ όλα αυτά αυτή η συνήθεια μου χάρισε ουκ ολίγα σφραγίσματα.

Στο κέντρο είχε ένα σιδερένιο Vintage τραπέζι με τέσσερις καρέκλες και γύρω γύρω ήταν γεμάτο μπαούλα με υφάσματα και ρούχα που είχε φέρει η γιαγιά μου από την Αφρική. Ψάχνοντας μια φορά βρήκα τις πλεξούδες της. Τις είχε κόψει στα 20 της όταν αποφάσισε να μεταμορφωθεί από κοριτσάκι σε κυρία να φύγει από το χωριό της στην Κύπρο και να βρει την τύχη της στην Αφρική. Επίσης είχε διάφορα αναμνηστικά από τον άντρα της τον Κώστα. Έναν παππού που πέθανε πρόωρα και δεν είχα γνωρίσει ποτέ. Στην άκρη είχε μια πλαστική ντουλάπα που άνοιγε με φερμουάρ και ήταν γεμάτη μαύρα δαντελωτά βραδινά φορέματα. Ήταν όλα ραμμένα από μοδίστρα και τα φορούσε στις δεξιώσεις στην Αφρική. Ήταν μαύρα γιατί η γιαγιά μου πάντα πενθούσε τον άδικα χαμένο άντρα της και ένα μωρό που έχασε 40 ημερών. Την μαυρίλα συνήθως την έσπαγε μια αγκράφα με ψεύτικα μικρά διαμαντάκια. Ξεκίνησα να τα δοκιμάζω παίζοντας από όταν μου έφταναν μέχρι τον αστράγαλο μέχρι που έγιναν μίνι.

Το πατάρι στην άκρη είχε ένα άνοιγμα που έμοιαζε με εσωτερικό μπαλκόνι. Εκεί μπορούσες να κοιτάς από ψηλά το μαγαζί. Τα καλοκαίρια όταν φιλοξενούσε συγγενείς μέναμε εκεί τα βράδια και τα μεσημέρια. Εκεί έμενε και η ίδια τον πρώτο καιρό όταν ήρθε στην Ερμιόνη.  Όλη μου η παιδική ηλικία -ιδιαίτερα τα καλοκαίρια που δούλευαν οι γονείς μου- εκτυλίχθηκε στο μαγαζί. Το πατάρι ήταν το ησυχαστήριο μου, παιχνίδια με φίλες μου, ατελείωτες ώρες με τις Barbie, διάβασμα Μίκυ Μάους, διάβασμα για τις εξετάσεις στο σχολείο, όλες οι δραστηριότητες μου στο εκεί έμοιαζαν πιο ευχάριστες.

Στο μπαλκόνι του παταριού

Το μαγαζί το χώριζε ένας δρόμος από την θάλασσα. Ήταν μεγάλη ευλογία να βλέπω το μπλε της καθημερινά και αυτό το είχα αντιληφθεί από τα πρώτα κι όλας χρόνια της ζωής μου. Αγαλίαζε η καρδιά μου κάθε φορά που με έφερναν οι γονείς μου με το αυτοκίνητο και την αντίκρυζα.

Από τα 4 μου χρόνια ήμουν δεινός ψαράς. Η γιαγιά μου με περνούσε απέναντι μου έβαζε ένα πορτοκαλί ξύλινο καρεκλάκι στην άκρη, έδενε μια πέτρα σε ένα σχοινί και μου το έδινε δήθεν για να ψαρέψω. Εγώ κάθε τόσο φώναζα ότι έπεσε η πετρούλα και ερχόταν να μου την αντικαταστήσει. Το περίεργο ήταν ότι δεν περνούσα ποτέ μόνη μου τον δρόμο απέναντι αλλά και ούτε έπεφτα στην θάλασσα. Το άλλο περίεργο ήταν ότι όταν αντιλήφθηκα ότι ψάρια δεν πρόκειται να πιάσω επ’ ουδενί μιας και κανένα από αυτά δεν λιγουρευόταν να φάει πέτρες ανακάλυψα έναν τρόπο να πιάνω καβούρια. Έριχνα το σχοινί στο τσιμέντο που υπήρχε στην άκρη της θάλασσας, άφηνα την πέτρα ακίνητη και μόλις πήγαινε να περάσει από πάνω κάποιο καβουράκι την τραβούσα απότομα και το έβγαζα στην επιφάνεια. Καβουροσαλάτα δεν φάγαμε ποτέ μιας και τα ξαναπετούσα μέσα αλλά όσο και να το πεις ήταν ένα προσωπικό επίτευγμα.

Από τις πιο ωραίες στιγμές ήταν όταν έρχονταν με την φορτωτική τα νέα εμπορεύματα. Εκεί καθόμασταν με τις ώρες παρέα με την γιαγιά να τα βγάλουμε από τα κουτιά να τα τοποθετήσουμε στα ράφια και να βάλουμε πάνω τιμές. Αν ήταν κάποιο κόσμημα ή ρούχο που μου άρεσε εννοείται ότι της έκανα σεφτέ για να πληρωθώ κι όλας για τον κόπο μου. Αφού τελειώναμε καθόμασταν η μια απέναντι στην άλλη και σκάγαμε τις φουσκάλες από τα προστατευτικά νάιλον που υπήρχαν μέσα στα κουτιά. Ήταν κάτι σαν ιεροτελεστία.

Το μαγαζί το αγαπούσα τόσο, που όταν η γιαγιά μου μεγάλωσε αρκετά και έπρεπε να το κλείσει αποφάσισα να επιστρέψω στο χωριό και να το συνεχίσω εγώ. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι δεν θα ξαναέμπαινα στον λατρεμένο μου χώρο. Οι συγκυρίες δεν το επέτρεψαν και προφανώς κάτι άλλο ήταν γραφτό να γίνει στην ζωή μου. Στα 84 της χρόνια η γιαγιά μου αποφάσισε με πόνο καρδιάς να το κλείσει και εγώ προκειμένου να την βοηθήσω έκατσα και έβγαλα όλους τους μικρούς του θησαυρούς σε τιμή κόστους έβαλα και μια ανακοίνωση στα τζάμια που έλεγε «Κλείνουμε Ξεπούλημα» και μέσα στις επόμενες μέρες περνούσα για τελευταία φορά τις πόρτες του.

Καθώς κλείδωνα για τελευταία φορά την πόρτα σήκωσα τα μάτια μου ψηλά στην ταμπέλα. Η επιγραφή έγραφε «Κρήτου Τέρρα» ήταν το όνομα του χωριού της. Εκεί από όπου ξεκίνησε το μεγάλο της ταξίδι στην ζωή. Πόσο περίεργη είναι η μοίρα μας όμως. Ένα μικρό χωριό της Πάφου που η φήμη του μέσα από την γιαγιά μου ταξίδεψε μέχρι ένα μικρό χωριό της Αργολίδας. Πέρασαν πάνω από δεκαπέντε χρόνια που είναι κλειστό, υπάρχουν όμως φορές που ακούω την γιαγιά μου με την άθλια της προφορά να λέει στους γάλλους τουρίστες, «αντρέ, ρεγκαρντέ κεσκετι βουβουλέ?» «Σα σε κοπί ντι μουζέ» ( περάστε, κοιτάχτε, τι θα θέλατε; Αυτό είναι αντίγραφο του μουσείου) και χαμογελώ.

Ναι! Πολύ ωραία περάσαμε και σ’ ευχαριστώ γι αυτό!

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Αφροδίτη Δερματά: Τελευταία Ενημέρωση