ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: maxi oversized φόρεμα, κόκκινη ζώνη στην μέση και ασορτί kitty heels
 

Είχα το όνειρο μου, το ποδήλατό μου

Αφροδίτη Δερματά

Αφροδίτη Δερματά

Πέρασα μια περίοδο στη ζωή μου όπου είχα συνεχώς φαεινές ιδέες.  Εκεί όπως καθόμουν μού ερχόταν ανύποπτα η φαεινή ιδέα και ενθουσιαζόμουν μαζί της. Δεν λογάριαζα ούτε αν ήταν επικίνδυνη, ούτε τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει. Οι φαεινές μου ιδέες εν τω μεταξύ δεν έκαναν ποτέ σόλο καριέρα, έτσι πάντα ήθελα να έχω δίπλα μου ανθρώπους που να έχουν τα κότσια και την τρέλα να  τις/με ακολουθούν. Τα καλοκαίρια, μια πιστή ακόλουθος των φαεινών μου ιδεών ήταν η Μαρίζα.  Όχι ότι δεν είχε κι αυτή τις δικές της, τις είχε και ήταν εξίσου και παραπάνω επικίνδυνες, έτσι υπήρχε ένας άτυπος νόμος μεταξύ μας του «ακολουθείς-ακολουθώ».

Η Μαρίζα ήταν ένα ατίθασο παιδί με έξυπνες ατάκες, το οποίο εκτός από φαεινές ιδέες, είχε ξανθά μακριά μαλλιά, γυαλιά μυωπίας με χοντρούς φακούς και all star μποτάκια. Από το ‘94 κι έπειτα περνούσαμε τα καλοκαίρια μας μαζί, ενώνοντας τις δυνάμεις μας σε πάσης φύσεως επικίνδυνες βλακείες. Έτσι ένα μεσημέρι εν τω μέσω του θέρους, καθώς πίναμε το φραπεδάκι μας νωχελικές και νυσταγμένες, έτσι απροειδοποίητα «έσκασε μύτη» η φαεινή ιδέα που θα έδινε άλλη διάσταση στο απόγευμά μας. Θυμήθηκα, λοιπόν, ότι κάπου τριγύρω, έξω από το χωριό, υπήρχε μια πανέμορφη κρυμμένη παραλία την οποία κάποια στιγμή είχαμε βρει τυχαία πριν από χρόνια. Αυτοκίνητο δεν είχαμε, θα μπορούσαμε όμως να πάμε να την ανακαλύψουμε με τα ποδήλατα. Εννοείται πως η Μαρίζα ενθουσιάστηκε με τη φαεινή μου ιδέα και φυσικά δέχτηκε να με ακολουθήσει στην ανακάλυψη του κρυμμένου Παραδείσου. Μετά από δυο ώρες, λοιπόν, βρισκόμασταν πάνω στα ποδήλατα αφήνοντας πίσω μας το χωριό. Ανέμελες, χαμογελαστές, ενθουσιασμένες και ανοργάνωτες, μέσα στο λιοπύρι του απομεσήμερου το οποίο υποχωρούσε σε αργούς ρυθμούς, χωρίς μπουκαλάκια με νερό, χωρίς καπέλα και κυρίως χωρίς να έχουμε ιδέα κατά πού πέφτει η παραλία.

Αφού πέρασαν 40 λεπτά ποδηλασίας μέσα στη ζέστη, όπως ήταν φυσικό, η έλλειψη του νερού άρχισε να γίνεται αισθητή.  Για να γυρίσουμε πίσω ούτε λόγος, αποφασίσαμε λοιπόν ότι θα συνεχίζαμε πάση θυσία έστω και διψασμένες προς την επίτευξη του στόχου μας. Μια ώρα μετά εξαντλημένες, ψάχναμε να βρούμε απεγνωσμένα ποιος ήταν ο σωτήριος χωματόδρομος που έπρεπε να πάρουμε ώστε να βρούμε τον κρυμμένο παράδεισο. Μπήκαμε, βγήκαμε σε χωματόδρομους, επιστρέψαμε από αδιέξοδα, από άσχετες παραλίες, ώσπου λίγο πριν την αφυδάτωση εμφανίστηκε ο χωματόδρομος που κάτι θύμιζε. Ήταν κατηφορικός και κακοτράχαλος γεμάτος με μεγάλες πέτρες, σχεδόν επικίνδυνος. Η Μαρίζα έμεινε πίσω κι εγώ κατέβηκα να δω αν ήταν αυτή η παραλία της «επαγγελίας». Τα ποδήλατο γλίστρησε σχεδόν ανεξέλεγκτα στον κατήφορο και βρέθηκα σε έναν μικρό κόλπο με πράσινα, ήρεμα νερά. Έξω είχε λεπτό χαλίκι και μέσα είχε βραχάκια, φαινόταν σαν να έχει να πατήσει το πόδι του άνθρωπος χρόνια. Επ’ ουδενί ήταν η παραλία-στόχος, αλλά η δίψα και η εξάντληση την έκαναν αυτόματα παραδεισένια.  Ανυπομονούσα να βουτήξω στα δροσερά νερά. Δίνω σήμα στη Μαρίζα να κατέβει. Κάνει την πρώτη πεταλιά για να πάρει φόρα, την παρακολουθώ να κατεβαίνει και ξεκαρδίζομαι στα γέλια. Με ύφος εξαντλημένο και τρομαγμένο, τσιρίζει απελπισμένη ενώ μοιάζει να μην έχει κανέναν έλεγχο στο ποδήλατό της, το οποίο «καβαλάει» με φόρα όποια τεράστια πέτρα βρεθεί μπροστά της. Πίσω της την κυνηγάει ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης και την αστεία εικόνα έρχονται να συμπληρώσουν τα κοκκάλινα γυαλιά της, τα οποία ανεβοκατεβαίνουν με μανία στο πρόσωπό της κάνοντας ακόμα πιο αστεία τη φάτσα της. Φρενάρει απότομα, ενώ το ποδήλατο σχεδόν προσγειώνεται μπροστά στα πόδια μου, η ίδια σηκώνεται πάνω και είναι καφέ από τη σκόνη. Μας έχει πιάσει νευρικό γέλιο, έχουμε παρατήσει τα ποδήλατα στην άκρη και ξαπλωμένες στα χαλίκια γελάμε ακατάπαυστα κοιτώντας η μια την άλλη. Αφού τελειώνει το παραλήρημα, είναι πλέον απόγευμα, βουτάμε με λαχτάρα στο νερό –αν δεν ήταν αλμυρό, θα πίναμε τόνους- και καθώς απολαμβάνουμε τη δροσερή αναζωογόνησή του, θυμόμαστε ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω, ιδανικά πριν πέσει ο ήλιος.

Διψάμε ανελέητα, φαίνεται αδύνατο να ανέβουμε την ανηφόρα του χωματόδρομου, πόσω μάλλον να ποδηλατήσουμε επί μιάμιση ώρα και να γυρίσουμε πίσω στο χωριό. Τα κινητά δεν υπήρχαν ούτε ως ιδέα, έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσουμε να ειδοποιήσουμε κάποιον να έρθει να μας μαζέψει. Επιστρατεύσαμε τις τελευταίες μας δυνάμεις και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Λίγο πριν ο ήλιος πέσει, μπαίναμε στο χωριό με ύφος και εμφάνιση ναυαγών κατά τη στιγμή της διάσωσης. Λίγα λεπτά αργότερα πίναμε το πιο λαχταριστό-δροσερό-ξεδιψαστικό νερό που έχουμε πιει ποτέ στη ζωή μας.

Έτσι γίνεται να ξέρεις με τις φαεινές ιδέες, μπορεί να σε ζορίζουν, μπορεί να είναι επικίνδυνες, μπορεί να σε φέρνουν ένα βήμα πριν την αφυδάτωση, αλλά εκτός του ότι σου δίνουν ωραίες ιστορίες για να θυμάσαι για πάντα, σου δίνουν μια ευκαιρία να καταλάβεις ότι το νερό έχει άλλη γεύση και παίρνει άλλα επίθετα όταν είσαι πάρα πολύ διψασμένος.

Για την ιστορία, τη Μαρίζα τη συνάντησα μετά από χρόνια για πέντε λεπτά το περασμένο καλοκαίρι, το ατίθασο παιχνιδιάρικο ύφος της το είχε διαδεχτεί το ύφος της κουρασμένης μαμάς.  Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, κοιταχτήκαμε στα μάτια και όλες αυτές οι υπέροχες καλοκαιρινές αταξίες μας έγιναν ένα μικρό δάκρυ συγκίνησης. Πώς πέρασαν τα χρόνια; Πώς χαθήκαμε; Μου έλειψες! Τα λέμε…

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Αφροδίτη Δερματά: Τελευταία Ενημέρωση