ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: maxi oversized φόρεμα, κόκκινη ζώνη στην μέση και ασορτί kitty heels
 

O χαμένος ικαριώτικος

Αφροδίτη Δερματά

Αφροδίτη Δερματά

Είναι 28η Οκτωβρίου. Τότε που τα γόνατά μου δεν έκαναν χρίτσι-χρίτσι και ένας από τους αγαπημένους μου χορούς -όσο κι αν φαίνεται περίεργο- ήταν ο ικαριώτικος. Δεν ενοείτο να έχουμε γιορτή στο σχολείο και να μη «σέρνω» τον εν λόγω χορό. Είχε περάσει ένας μήνας που ήμασταν από πρόβα σε πρόβα (η καλύτερή μας μιας και χάναμε και μαθήματα) και παρέα με τις 2 κολλητές μου ανυπομονούσαμε να έρθει η στιγμή της «σόου» που λεν  και στο χωριό μου.

Εν τω μεταξύ τότε, το 1995, ήταν της μόδας οι μίνι φούστες σε γραμμή άλφα. Τις φορούσε η Μαίρη Μηλιαρέση στο «Ρουκ Ζουκ» και εννοείται ότι σπεύσαμε να τις προμηθευτούμε κι εμείς. Μη νομίζεις ότι είχαμε και καμιά ντουλάπα γεμάτη με φούστες άλφα, να ανοίγουμε να διαλέγουμε. Από μια μαύρη είχε η καθεμία μας, η οποία εκτός του ότι ταίριαζε απόλυτα με το μαύρο μας το χάλι, τη φορούσαμε παντού. Στα bars τα Σαββατόβραδα, στα parties και στις σχολικές γιορτές. Ήταν η καλή μας φούστα.

Ανήμερα 28ης Οκτωβρίου φοράω κι εγώ τη μίνι άλφα φούστα μου και πάω περιχαρής στην εκκλησία. Αφού τελείωσε η λειτουργία στοιχηθήκαμε και κατεβήκαμε στο λιμάνι. Πρώτα ήταν η παρέλαση και μετά οι χοροί. Στην παρέλαση μιας και ήμουν ψηλή, ήμουν «δείκτης», έτσι πήρα τη θέση μου μπροστά και ετοιμαζόμουν να μπω στο βήμα. Ώσπου με πλησιάζει η διευθύντρια. Για να σου δώσω εικόνα της διευθύντριας, γύρω στα 60, γκρι μαλλιά μαζεμένα σε σφιχτή χαμηλή κοτσίδα, πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι τον λαιμό, μακριά φούστα μέχρι τον αστράγαλο και βαθύτατα θεοσεβούμενη. «Τι φούστα είναι αυτή;» με ρωτάει. «Δεν είχα άλλη, κυρία» της απαντάω. «Δεν πρόκειται να κάνεις παρέλαση με αυτή τη φούστα ούτε και να χορέψεις» μου δηλώνει. «Αδύνατον» της λέω «είμαι μπροστά στους χορούς, και τι να κάνω, δεν έχω άλλη…». «Δεν με ενδιαφέρει» έρχεται το τελεσίγραφο «βγες τώρα από την παρέλαση». Μη νομίζεις εν τω μεταξύ ότι η φούστα ήταν υπερβολικά προκλητική για τα σημερινά δεδομένα, λίγο πάνω από το γόνατο.

Θυμάμαι ότι έχω μια μπλε, παλιά, στενή, ντεμοντέ και μακριά φούστα καταχωνιασμένη στην ντουλάπα της γιαγιάς μου. Θα δυσκολευτώ λίγο στον χορό αλλά καλύτερα από το να μη χορέψω καθόλου» σκέφτομαι. Με μουσική υπόκρουση τα τύμπανα που έδιναν τον ρυθμό προκειμένου να ξεκινήσει η παρέλαση,  αρχίζω να τρέχω για ν’ αλλάξω φούστα. Την παρέλαση την αποχαιρέτησα ούτως η άλλως, τουλάχιστον για να προλάβω να χορέψω. Βρίσκω την καταχωνιασμένη θεόστενη φούστα, τη φοράω με τα χίλια ζόρια και ξεκινάω να τρέχω με το 6ποντο τακούνι, με βήματα μικρά μιας και το outfit δεν μου επιτρέπει μεγάλους διασκελισμούς. Καθώς κατεβαίνω από ένα στενό καταϊδρωμένη στο λιμάνι, ακούω από τα μεγάφωνα να παίζει μουσική, η παρέλαση είχε τελειώσει και ετοιμάζονταν να χορέψουν. Η αδρεναλίνη στα ύψη, βάζω τα δυνατά μου, τα τακούνια και η φούστα εναντίον μου, αλλά λίγο ακόμα κι έφτασα. Λίγο πριν βγω στο λιμάνι γλιστράω, πέφτω μέσα σε μια λακκούβα και τρώω μια κινηματογραφική τούμπα, σχεδόν απογειώνομαι και προσγειώνομαι σε ένα χαντάκι. Σηκώνομαι πάνω -η εισαγωγή του πρώτου χορού έπαιζε στα μεγάφωνα- κοιτάω κάτω, το καλσόν ήταν γεμάτο τρύπες και τα πόδια μου μέσα στα αίματα. Δεν το βάζω κάτω, αρχίζω να τρέχω πάλι, ξαναπέφτω, είχε σπάσει το ένα τακούνι. Σηκώνομαι πάνω, πετάω το τακούνι σε ένα χωράφι και γυρνάω κλαίγοντας και κουτσαίνοντας στο σπίτι. Αποδέχτηκα την ήττα μου. Είκοσι λεπτά αργότερα στα μεγάφωνα ακουγόταν ο ικαριώτικος κι εγώ βρισκόμουν καταταλαιπωρημένη έξω από τον κύκλο του χορού με τζιν και αθλητικά, με τα γόνατά μου να τσούζουν και τα μάτια μου κόκκινα και βουρκωμένα.

Πείσμα… γιατί έχω τόσο πείσμα δεν ξέρω. Είναι να μη μου πεις «όχι». Αυτό το πείσμα μου πολλές φορές με απογειώνει και άλλες με καταστρέφει. Πεισματάρης γεννιέσαι, δεν γίνεσαι. Είναι να το έχεις αυτό το κουσούρι. Είναι να καίει μια φλόγα μέσα σου και όσο προσπαθεί κάποιος να σου τη σβήσει, αυτή να φουντώνει περισσότερο.

Κάποιες καταστάσεις στη ζωή μου τις παρομοιάζω πολλές φορές με μια παρτίδα τάβλι. Όσο κι αν φαίνεται χαμένη, ακόμα κι αν ο αντίπαλός μου έχει πιάσει την παραμάνα, θα την παίξω μέχρι τέλους. Κι ας μου λένε όλοι «παράτησέ το, είναι χαμένο», θα συνεχίσω με πείσμα. Τίποτα δεν είναι χαμένο μέχρι να ‘ρθει το τέλος και να μαζευτούν τα πούλια. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Γιατί υπάρχει αυτή η περίπτωση να είμαι τόσο τυχερή, να έρθουν οι εξάρες τελευταία στιγμή και να πιάσω τη μάνα. Έχει συμβεί… Κι αν δεν έρθουν οι εξάρες, δεν πειράζει, θα έχω ευχαριστηθεί ένα ενδιαφέρον παιχνίδι. Στην προκειμένη περίπτωση με τον χαμένο ικαριώτικο, θα μου πεις «τι κέρδισες;». Θα σου πω... «μια ιστορία». Κι εγώ λατρεύω να διηγούμαι ιστορίες. Έχω χορέψει άπειρους ικαριώτικους στη ζωή μου, αυτόν όμως που με πόνεσε, που γέμισε πληγές τα γόνατά μου, που τελικά δεν κατάφερα να χορέψω, θα τον θυμάμαι και θα τον λέω για πάντα, με κάθε λεπτομέρεια. Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, αν είχα παραδώσει τα όπλα εξ αρχής, πώς η φλόγα από το πείσμα μου θα πυροδοτούσε τη δημιουργία μιας ιστορίας;  Ε πώς;

Αφροδίτη Δερματά: Τελευταία Ενημέρωση