ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: Pinstripe maxi φούστα με λευκό πουκάμισο και μποτάκια

Η street πλευρά της Αθήνας

Μια διαδρομή στην Αθήνα, μιλώντας με έναν ζωγράφο του δρόμου, μία φωτογράφο που μάζευε λεφτά για την Ουκρανία, βλέποντας ένα γκρουπ μουσικών και ακούγοντας τις ιστορίες τους.

Μαρία Καραμάνου

Μαρία Καραμάνου

Χρειάστηκε μόνο ένα ταξίδι στην Αθήνα, μέσα στις πιο γιορτινές μέρες του χρόνου, για να αποκαλυφθεί μια άλλη της πλευρά. Όχι αυτή των φωτεινών βιτρινών και των επιβλητικών στολισμών, αλλά η πιο ανθρώπινη, η πιο street πλευρά της, εκείνη που δεν φωτογραφίζεται εύκολα, αλλά σε κοιτά στα μάτια καθώς περπατάς. Ξεκινήσαμε τη διαδρομή μας από την Ερμού, την πολυσύχναστη αρτηρία της πόλης, όπου χιλιάδες βήματα μπλέκονται σε ένα κοινό ρυθμό. Φωνές, γέλια, μουσικές από μαγαζιά, κουβέντες, μυρωδιές από ζεστό κουλούρι, κάστανα και καφέδες στο χέρι. 

Ανάμεσα στο πλήθος, ένα συγκρότημα με vibe Beatles τραγουδά στην άκρη του δρόμου. Οι κιθάρες τους χάνουν λίγο από τον ήχο τους μέσα στο βουητό της πόλης, αλλά κάποιοι σταματούν, κοιτάζουν και χαμογελούν. Λίγο πιο κάτω, ένας πλανόδιος ζωγράφος φτιάχνει γελοιογραφίες, χαρίζει μικρές ιστορίες σε χαρτί. Μας μίλησε για τη ζωή του, για τις διαδρομές του, για το πώς η τέχνη του έγινε τρόπος επιβίωσης και ταυτόχρονα τρόπος να μην χαθεί.

Στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, παιδιά τρέχουν με τους γονείς τους ανάμεσα σε στολισμένα δέντρα και χριστουγεννιάτικα markets. Ζεστή σοκολάτα, γέλια, παγωμένα μάγουλα και κόκκινες μύτες. Εκεί όπου ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνει μόνο και μόνο για να θυμίσει ότι η χαρά είναι συχνά πολύ απλή. Κάπου αλλού, μια κοπέλα βγάζει παλιές φωτογραφίες με αναλογική μηχανή για να μαζέψει χρήματα για την Ουκρανία. Τα χέρια της παγωμένα, αλλά το χαμόγελό της ζεστό. Κάθε φωτογραφία και μια μικρή πράξη ελπίδας. Λίγο πιο δίπλα, ένας κύριος με λατέρνα παίζει παλιά τραγούδια. Η επιγραφή μπροστά του γράφει «Φτώχεια και φιλότιμο». Μαζεύει χρήματα για την πολύτεκνη οικογένειά του.

Στον λόφο του Φιλοπάππου, ο κόσμος μαζεύεται χωρίς λόγο και χωρίς πρόγραμμα για να δει το ηλιοβασίλεμα. Για να πιει κάτι και να μιλήσει για τη ζωή. Κάποιοι κάνουν ποδήλατο, άλλοι περπατούν με τα σκυλιά τους, άλλοι απλώς κάθονται και κοιτούν τον ουρανό να αλλάζει χρώματα. Μια κοπέλα πουλά τριαντάφυλλα στην Πλάκα. Λέει πως το κάνει για να βγάλει χρήματα αλλά τα περισσότερα τα χαρίζει. Σαν να της αρκεί η κίνηση περισσότερο από το αποτέλεσμα.

Εκεί κάπου, μέσα στο περπάτημα, βλέπω κόσμο μαζεμένο και ακούω υπέροχη μουσική. Μια μπάντα με vibe των Beatles, ένα συγκρότημα με το όνομα «Hermaphrodite's Child» που σε ταξιδεύει πίσω στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, αναβιώνοντας τον αυθεντικό ήχο που διαμόρφωσε τη σύγχρονη μουσική. Με μια μόνο ματιά καταλαβαίνεις τη διαφορά, ο κόσμος γύρω τους είναι πιο χαλαρός. Σταματά, ακούει και χορεύει λίγο αδέξια στο πεζοδρόμιο. Κι εκείνοι τραγουδούν με πάθος, με αγάπη γι’ αυτό που κάνουν, όχι σαν επάγγελμα, αλλά σαν ανάγκη.

Την επόμενη μέρα, περπατώντας ξανά στην Ερμού, ήταν πάλι εκεί. Έπαιζαν διαφορετικές παλιές επιτυχίες, αλλά με την ίδια ενέργεια. Και τότε το συνειδητοποιείς ότι ο κόσμος έχει ανάγκη από καλλιτέχνες, από σκόρπια ταλέντα που προσπαθούν να επαναφέρουν εκείνη την αίσθηση της ανεμελιάς, της πιο αθώας Αθήνας, μιας πόλης που ίσως δεν υπάρχει πια έτσι όπως ήταν, αλλά επιμένει να επιβιώνει μέσα από τη μουσική, την τέχνη και τις μικρές στιγμές.

Συνεχίζοντας το περπάτημά μου και φυσικά κάνοντας και λίγα ψώνια, συναντώ μπροστά μου μια κοπέλα που με ρωτά αν θα ήθελα να με βγάλει μια φωτογραφία με μια παλιά αναλογική κάμερα. Και μετά να τη τυπώσει εκείνη τη στιγμή πάνω σε μια παλιά, καφέ εφημερίδα.

Τη ρωτάω πόσο κοστίζει.

«Δεν κοστίζει», μου λέει. «Ο καθένας δίνει ό,τι θέλει. Τα χρήματα πηγαίνουν στην Ουκρανία».

Και τότε μου εξηγεί το πιο δύσκολο κομμάτι της ιστορίας της, η οικογένειά της βρίσκεται εκεί. Φυσικά και έβγαλα φωτογραφία και φυσικά βοήθησα. Μια υπέροχη φωτογραφία που σήμερα κοσμεί το σπίτι μου σε κάδρο. Όχι μόνο ως ανάμνηση ενός ταξιδιού, αλλά ως υπενθύμιση ότι η πόλη δεν είναι μόνο τα μέρη της, είναι οι άνθρωποι που κουβαλούν ιστορίες. 

Καθώς περπατάω, ακούω μουσική. Ωραία μουσική. Και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβω, το μυαλό μου ταξιδεύει αλλού. Μου έρχονται στο νου εκείνα τα απογεύματα στο σπίτι, όταν η μαμά μου σιδέρωνε κι εμείς βλέπαμε παλιές ελληνικές ταινίες. «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα», και μαζί με τη μουσική της λατέρνας, θυμάμαι τη Μάρω Κοντού να κάθεται στο παράθυρο του παλιού σπιτιού της, στην οδό Τριπόδων 32 στην Πλάκα, ένα ιστορικό κτίριο που σήμερα ανακαινίζεται για να μετατραπεί σε χώρο προβολής ταινιών.

Περάσαμε απ’ έξω στη βόλτα μας. Το είδαμε σχεδόν διαλυμένο, κουρασμένο από τον χρόνο, αλλά δεν θα σας μπερδέψω με αυτό. Επιστρέφω πίσω στον κύριο Σπύρο. Καθόταν εκεί και έπαιζε τη λατέρνα του και όποιος ήθελε μπορούσε να δώσει λίγα χρήματα και να ζητήσει να παίξει ένα τραγούδι. Ο κύριος Σπύρος ήταν πολύτεκνος και προσπαθούσε απλώς να μαζέψει κάποια χρήματα.

Και κάπως έτσι λίγο πιο μετά, το όμορφο απόγευμα, ο δρόμος μας έβγαλε στου Φιλοπάππου. Λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, για να το δούμε και να το ζήσουμε. Είδαμε κόσμο να περπατάει, να βγαίνει με τα κατοικίδιά του, να κάθεται κάτω, να χαλαρώνει. Να συζητάει. Άραγε για τι; Για τη ζωή, τις σχέσεις, τους χαμένους έρωτες, τις δουλειές τους, όλα όσα κουβαλάει ο καθένας μέσα του με έναν καφέ ή μια μπύρα στο χέρι. Και μετά ήρθε το ηλιοβασίλεμα και μαζί του απλώθηκε μια απίστευτη ησυχία. Σαν να συμφώνησαν όλοι, σιωπηλά, να αφήσουν για λίγο τα πάντα στην άκρη. Να αδειάσουν το μυαλό τους και να μείνουν μόνο στη στιγμή.

Ανάμεσά μας έτρεχαν και λίγοι τετράποδοι φίλοι, σκυλιά χαρούμενα, ελεύθερα, αδιάφορα για τον χρόνο. Κι εμείς απλώς κοιτούσαμε τον ήλιο να χάνεται. Ήταν κρύο, πολύ κρύο, αλλά κανείς δεν σηκωνόταν να φύγει.

Στη βόλτα μας στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος είδα κάτι πολύ όμορφο. Μια εικόνα που ξέρω πως θα μου μείνει στο μυαλό για καιρό. Γονείς και παιδιά παντού. Πολλές μπάλες ποδοσφαίρου σκορπισμένες στο γρασίδι. Όλοι καθισμένοι, παρά το κρύο, να απολαμβάνουν την ημέρα με έναν καφέ στο χέρι. Γονείς να τρέχουν πίσω από τα παιδιά τους, να γελούν, να παίζουν μαζί τους και να χάνονται μέσα στη στιγμή. Και τα παιδιά, να απολαμβάνουν την απλότητα του χώρου, να τρέχουν, να γελούν, να πέφτουν στο γρασίδι και να σηκώνονται ξανά, σαν να μην υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο πέρα από αυτό το παιχνίδι.

Λίγο πιο δίπλα, ένα μικρό χριστουγεννιάτικο market μάζευε τον κόσμο του. Ουρές από ανθρώπους που ήθελαν να φάνε κάτι ζεστό, να ψωνίσουν ένα μικρό δώρο ή να πάρουν ένα γούρι για το 2026. Μια ήσυχη, ζεστή κινητικότητα μέσα στο κρύο.

Και μετά, στην Πλάκα, εκείνη η γυναίκα που περιπλανιόταν πουλώντας τριαντάφυλλα. Ήταν μια εικόνα παράξενη και λίγο στενάχωρη γιατί σχεδόν κανείς δεν αγόραζε. Όταν ήρθε κοντά μας, της είπαμε πως δεν έχουμε μετρητά. Εκείνη όμως επέμεινε να μας δώσει έστω ένα τριαντάφυλλο. «Επειδή είστε όμορφες», μας είπε. Ακόμη κι αν δεν της το πληρώναμε, και μπορούσες να δεις την καλοσύνη στα μάτια της.

Για το τέλος της περιήγησής μας στην Αθήνα άφησα τον κύριο Γιάννη και όχι τυχαία, γιατί ήταν ίσως το πιο όμορφο highlight όλου του ταξιδιού. Ζωγράφος. Γελοιογράφος, για την ακρίβεια. Ερασιτέχνης, όχι από έλλειψη ταλέντου, αλλά από επιλογή. Δεν θέλησε ποτέ να το κάνει επάγγελμα, γιατί δεν ήθελε, όπως μου είπε, «να χαθεί το έργο». Δεν ήθελε να πληρώσει για να κάνει εκθέσεις, να προβληθεί, να «πουληθεί» με κάποιον τρόπο. Ήθελε απλώς να ζωγραφίζει ανθρώπους. Να τους κοιτάζει και να τους αποτυπώνει.

Πάντα χαμογελαστός. Ντυμένος στα μαύρα, με παπούτσια καλογυαλισμένα, σαν μια φιγούρα άλλης εποχής μέσα στη σημερινή Αθήνα. Αυτή τη δουλειά την κάνει από το 1998 μέχρι σήμερα, το 2026. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Όλη του η ζωή ήταν αυτές οι γειτονιές, αυτά τα πεζοδρόμια, αυτά τα πρόσωπα που περνούσαν μπροστά του. Ένας αυτόπτης μάρτυρας της αλλαγής της πόλης. Με 10 ευρώ, μέσα σε 5-10 λεπτά, έχεις τη δική σου γελοιογραφία, ένα μικρό κομμάτι από το βλέμμα του πάνω σου.

Φυσικά δεν γινόταν να μην ζητήσω τη δική μου και να μην τον ρωτήσω την ιστορία του. Πάντα του άρεσε να ζωγραφίζει. Το αγαπούσε. Το απολάμβανε, και κάπως έτσι, ζωγραφίζοντας, μάζευε τα δικά του δεκάρικα και τις δικές του ιστορίες. Ζωγράφιζε ξένους, Έλληνες, Κύπριους  και ήξερε μάλιστα και λίγα πράγματα για την Κύπρο. Κάθε πρόσωπο μια αφορμή για κουβέντα. Κάθε γελοιογραφία μια μικρή συνάντηση.

Και σκέφτηκα πως αυτό ίσως είναι τελικά η street πλευρά της Αθήνας, άνθρωποι που με μία ματιά ίσως και να σας φανούν αδιάφοροι, δεν διαφημίζονται, δεν κυνηγούν τίποτα παραπάνω από αυτό που αγαπούν και όμως κρατούν ζωντανή τη ψυχή της πόλης. Έφυγα με τη γελοιογραφία μου στο χέρι και ένα χαμόγελο που δεν είχε να κάνει με το σχέδιο, αλλά με τον άνθρωπο πίσω από αυτό.

WKND BY MUST: Τελευταία Ενημέρωση