ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: λευκό πουκάμισο, denim shorts και lace up πέδιλα
 

Ο Έρωτας είναι παιχνίδι, μωρό μου

«Έζησα μέχρι τώρα με πολυτέλεια σε σχέση με τον χρόνο.Τον ξόδεψα αβέρτα, απλόχερα, σαν να μου ανήκαν δισεκατομμύρια αιώνες».

Ανδρονίκη Λασηθιωτάκη

Ανδρονίκη Λασηθιωτάκη

Ο Έρωτας είναι παιχνίδι μωρό μου

Δήμητρα Παπαδοπούλου

Εκδ. Διόπτρα

Σελ.385

«[...]δεν υπάρχει χαμένος χρόνος. Τόσο χρειάζεται να μάθει κανείς. Αν μάθει...Όσο πάρει...» (σελ. 14)

Σαν αφιονισμένη άρχισε να γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα η Δήμητρα Παπαδοπούλου, έτσι αφιονισμένα το διάβασα κι εγώ. Χωρίς σταματημό! Αχόρταγα κατάπινα σελίδα τη σελίδα.

‘Ενα βιβλίο αφηγηματικός χείμαρος, με πηγαίο χιούμορ, αθυρόστομο και αυτοσαρκαστικό. Δάκρυσα από τα γέλια μα και από από συγκίνηση. Λέει όσα όλοι θέλουμε να πούμε, όπως θέλουμε να τα πούμε αλλά δεν τολμούμε να τα πούμε ποτέ. H ιστορία χαρακτηρίζεται από βαθιά αθωότητα, τρυφερότητα και ευαισθησία μα σε καμία περίπτωση δεν γίνεται γλυκανάλατη. Γράφει για να ξεσκεπάσει το γέλιο, γιατί παντού υπάρχει ένα κρυμμένο αστείο, λέει. Πάντα βλέπει τη φωτεινή πλευρά της ζωής.

Η δυναμική κι άμεση γραφή της μας μαγεύει και μας χαρίζει χαμόγελα. Διαβάζοντάς το ηχούσε στ' αυτιά μου η φωνή της. Μπορούσα εύκολα να φανταστώ τις εκφράσεις της και τη ματιά της, σαν να υποδυόταν η ίδια η συγγραφέας την ηρωίδα της. Ίσως αυτή η αίσθηση να είναι και το μεγάλο πλεονέκτημα που εισπράττει κανείς, αν έχει γνωρίσει τη συγγραφέα κι από άλλη ιδιότητα.

Η συγγραφέας δηλώνει πως ένιωσε  μεγάλη ελευθερία γράφοντας το μυθιστόρημα αυτό, λόγω του ότι δεν είχε να περιοριστεί μέσα στα όρια του χώρου, του χρόνου, του αριθμού των ηθοποιών ή του οικονομικού προϋπολογισμού, πράγμα που απαιτείται για άλλα είδη γραφής όπως το σενάριο ή το θέατρο. Από την άλλη, η ελευθερία αυτή απαιτούσε  αυστηρή πειθαρχία.

Η αφήγηση πλαισιώνεται από στίχους και μουσική. Έχει ένα μουσικό υπόβαθρο. Καθώς το νήμα ξετυλίγεται εμείς ακούμε ρεμπέτικα, λαϊκά, ροκ, ραπ. Από Τσιτσάνη, Βαμβακάρη, Κατσιμιχαίους, Μητροπάνο, Αρβανιτάκη, Led Zeppelin, Mick Jagger, Rolling Stones, Queen, Pink Floyd και πάει λέγοντας μέχρι σύγχρονους. Τα γεγονότα ή και οι περιστάσεις κουμπώνουν με στίχους από κάποιο τραγούδι. Καθώς περνά ο καιρός και τα χρόνια είναι και τα ακούσματα ανάλογα. Έτσι προσδιορίζεται το πέρασμα του χρόνου.

«[...] Έπαιρνε το ποτό στα χέρια του όταν ο παλαβός ντιτζέι εκείνη την ώρα βρήκε να βάλει το Κορίτσι του Μάη. Ξεχύθηκε από μέσα μου πάλι το αλογόκριτο παρτσακλό και κοπανήθηκα, μέχρι που μπήκε άσχετα το Killing me softly.» (σελ. 117)

Η ιστορία κυλά και μέσα από τις εποχές. Γλυκά Καλοκαίρια, μυρωδάτες Άνοιξες, Χειμώνες που το κρύο ξυρίζει, φυλλολουσμένα Φθινόπωρα...Κι εμείς περπατάμε με την ηρωίδα παρέα, ενώ οι εποχές εναλλάσονται, στην Πλάκα, στην Κηφισιά, στα Εξάρχεια, στο Λονδίνο, στην Αράχωβα...

Πρόκειται για μια ιστορία που βρωμά δακρυγόνα, τσιγάρα, αίμα και οινόπνευμα. Μυρίζει γιασεμί, έρωτα και Givenchy. Διαδραματίζεται την εποχή της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα αλλά φθάνει μέχρι και το τώρα. Η ηρωίδα της, επαναστάτρια και φύσει παρορμητική ερωτεύεται μέχρι το κόκκαλο και πορεύεται στη ζωή σκουντουφλώντας, πέφτοντας, σηκώνοντας τα κομμάτια της ένα -ένα και ανασυντάσσοντάς τα ξανά και ξανά. Παρακολουθώντας την, την βλέπουμε να «ψήνεται» στη ζωή.

Το βίωμα της ηρωίδας του βιβλίου δεν είναι αυτοβιογραφικό. Περιλαμβάνεται μέσα η συνισταμένη του ψυχισμού πολλών ατόμων της εποχής εκείνης και περιοχής. Ίσως και πολλών πιτσιρικάδων σε διάφορες γωνιές του κόσμου και του χρόνου... Λέει η ίδια : «Σε αυτό το βιβλίο εντέλει εγώ δεν είμαι εγώ, αλλά όλα τα ταλαιπωρημένα πρόσωπα μιας γενιάς σε αναζήτηση της προσωπικής υπαρξιακής ταυτότητας και στο χάσιμο του πιο μεγάλου αληθινού ψέματος. Του Έρωτα.»

Κλείνοντάς το ήθελα να το πάω ξανά από την αρχή. Να κάνω άλλη μια βόλτα!

Ακολουθούν τα λόγια από το οπισθόφυλλo του βιβλίου: Η ηρωίδα είναι μια από τις συνηθισμένες περιπτώσεις που έλαβε την πάγια εντολή να σπουδάσει, να γίνει ένα αξιοπρόσεχτο μέλος της αγέλης και, αν είναι δυνατόν, ο αρχηγός της. Όλα τα άλλα μοιάζανε μόνο με χάσιμο χρόνου. Κι έτσι βρέθηκε φοιτήτρια στα Εξάρχεια, στα μπαρ, στις καταλήψεις και στη γεμάτη ελπίδες εποχή για επανάσταση, να σπαταλάει τη μοναδική περιουσία του ανθρώπου: τον χρόνο. Μην ξέροντας προς τα πού να πορευτεί, κατευθύνθηκε προς έναν έρωτα, που τον λέγανε Βασίλη. Εκεί πάνω κούμπωσε όλες τις ελπίδες για τα δύσκολα ερωτήματα της ύπαρξης. Και ένα βράδυ, ανακατωμένη με τη μυρωδιά του δακρυγόνου και του τσιγάρου, άκουγε απαντήσεις από μια ξέμπαρκη, που πριν γίνει αστρολόγος έκανε πιάτσα στη Σόλωνος. «Άκου! Εσείς σε προηγούμενη ζωή ήσασταν αντρόγυνο». «Σ’ αυτήν μπορείς να μου πεις τι είμαστε;» «Κάτσε, βρε παιδάκι μου, εδώ μάλλον πληρώνεις όσα του ’κανες τότε. Αυτός σε άλλη ζωή ήτανε πολύ πιστός κι εσύ πήγαινες με άλλους και τώρα σε ξεπληρώνει». «Σε ποια ζωή ήμασταν αντρόγυνο;» τη ρώτησε. «Α, πολύ παλιά». «Πόσο παλιά;» Μπορεί και στην αρχαία Αίγυπτο». Το ’κανε εικόνα αυτή στην Αρχαία Αίγυπτο να κουβαλάει φαΐ και ο Βασίλης μέσα στον ήλιο να χτίζει πυραμίδες. «Μωρέ, ας είχα εγώ τον Βασίλη σύζυγο πιστό κι ας ήταν και στην αρχαία Αίγυπτο κι ας ήμουνα τώρα μούμια!» Τόσο πολύ είχε καψουρευτεί. Όμως, σε μια ιδιαίτερη στροφή του χρόνου επαναστάτησε, από μέσα προς τα έξω, και όχι ανάποδα όπως πρόσταζε η ξεσηκωμένη γενιά της, και άρχισε να ξηλώνει τον παλιό της εαυτό που στριμώχτηκε στις προσδοκίες των άλλων. Κι ύστερα μεγάλωσε… Ίσως και να ωρίμασε, και σιγουρεύτηκε πως στη ζωή δεν υπάρχει χαμένος χρόνος. Όσο πάρει στον καθένα για να καταλάβει…  

 lasithiotakisa@sppmedia.com

Ψάξτε για το βιβλίο στο βιβλιοπωλείο Parga εδώ 

 

Ανδρονίκη Λασηθιωτάκη: Τελευταία Ενημέρωση