ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: Wide leg jeans, λευκό top, loafers και χρυσές μπαλαρίνες

Ο συμβολισμός πίσω από το ποίημα «Ε άδρωπε» που ερμήνευσε η Μπεμπεδέλη

Περιλαμβάνεται σε δύο ποιητικές συλλογές.

Μαρία Καραμάνου

Μαρία Καραμάνου

Με την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία την 1η Ιανουαρίου 2026, η επίσημη Τελετή Έναρξης άνοιξε ένα σκηνικό-ταξίδι που ένωσε με συγκινητική αρμονία παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Στη γλώσσα της τέχνης στηρίχθηκε όλη η δραματουργία της βραδιάς, ο καλλιτεχνικός διευθυντής Κώστας Σιλβέστρος και η ομάδα του αξιοποίησαν σύγχρονα καλλιτεχνικά μέσα, παντρεύοντας ιστορία, μνήμη και παράδοση με μια σύγχρονη σκηνική αισθητική, ώστε να αποτυπώσουν το «πνεύμα» της Κύπρου.

Ανάμεσα στις στιγμές της βραδιάς, ξεχώρισε η απαγγελία του ποιήματος «Ε άδρωπε» από τη σπουδαία ηθοποιό Δέσποινα Μπεμπεδέλη, μια στιγμή βαθιάς εσωτερικότητας. Το «Ε, άδρωπε» του Κυριάκου Καρνέρα, γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο, είναι μια φιλοσοφική, σχεδόν διαλογιστική αναμέτρηση με την ανθρώπινη ύπαρξη. Μιλά για τη ματαιότητα της συσσώρευσης, την παροδικότητα της ζωής και την αναπόδραστη φθορά με ειρωνεία, σκληρή αλήθεια και αντιθέσεις (ζωή–θάνατος, πλούτος–φτώχεια) που χτυπούν κατευθείαν στην καρδιά. Στο κέντρο του, μια ιδέα που στοιχειώνει, ότι όλα όσα κυνηγάμε μπορεί να είναι «φκιασμένον ψέμαν».

Το ποίημα περιλαμβάνεται σε δύο ποιητικές συλλογές του Καρνέρα, «Νερά του Μάρτη» (1974), «Που την Αρκήν ως την Υστερκάν» (1978).

Και παρατίθεται αυτούσιο:

Έ αδρωπε πού μάσιεσε ν' αρπάξεις να στιβάσεις τηγ γην να κάμεις μάλισ σου, τογ κόσμον ν' αγκαλιάσεις σαν έρκεσαι χαρέφκεσαι τογ κόσμον εν να φάεις 'μμά πάλε πίσω νηστικός σαν ήρτες εν να πάεις. Τρεις εν οι μέρες σου πού ζιείς στήγ γην τζιαί βασιλέφκεις τήμ μιάμ μωρόν, στές δκυό 'σαι νιός, στες τρεις γερνάς τζιαί φέφκεις.

Με βασιλιάς κρατίζει σε στήγ γήμ με δκιακονίτης. Σήμερον είσαι ζωντανός, άβριον μακαρίτης. Γιατί τα θέλεις τα πολλά τζιαί τυραννιέσαι 'κόμα αφού 'ν να μείνουν γέρημα τζι' εσού μια φούχτα χώμαν τζιαί τυραννιέσαι τζι' εν έσιεις με νεπαμόν με πνάσμαν; Ο άδρωπος εν τρώ τήγ γην, ή γη τρώει το πλάσμαν.

Τζι' όσα τζι' αν κάμεις άδρωπε στήγ γην τζι' όσα κερτίσεις μητά σου εν τζιαί παίρνεις τα, δαπάνω 'ν να τ΄ αφίσεις. Να λυούν να στάσσουν, να 'σκοπούν μες του βορκά τι ρέμαν γιατ' εν τζι' εν άλλον τίποτε παρά φκιασμένον ψέμαν. Ψέμαν τζι' εσού πας τούν τήγ γην, τζιαί ψέμαν τζι' οι δουλειές σου σαν τα φτερά στον άνεμον μαθκιούν, σκορπούν τζιαί ρέσσουν.

Έτσι να πεις, ως πών πωρνόν, μεν μείνεις να νυκτώσει γιατ' υστέρα 'ν αδύνατον για σέν να ξημερώσει. Εν πού την ώραν πόρκεσαι ως τον τζιαιρόν πού φέφκεις θωρείς πού πεθανίσκουσιν τζιαί πάλ' έσ' ομ πιστέφκεις; Τζιαί μάσιεσαι, σκοτώννεσαι, τζιεί χάλασε δά κτίσε μα στάθης τζιαί καμιάφ φοράν τζιαί σκέφτηκες ποιος είσαι;

Σάν έναφ φύλλον του δέντρου πού σιέται όπως πρέπει τζι' άξιππα ππέφτει πας στήγ γην τζιαί λλίον λλίον σέπει. Έτσι τζιαί σέν τον ίδιον εψ ψέφτιτζ' ή ζωή σου έρκεσαι, φέφκεις, χάννεσαι τζι' ούτε στήγ γήμ πώς ήσουν.

ENTERTAINMENT: Τελευταία Ενημέρωση