ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: Mαύρο oversized top και cycling παντελονάκι
 

Άλλος με την βάρκα μας…

Το καλοκαίρι του 1994 κυκλοφορούσαμε στην Ερμιόνη τρεις αδελφές ψυχές, συλλέγαμε με μανία στιγμές και φτιάχναμε τη δικιά μας καλοκαιρινή ιστορία.

Αφροδίτη Δερματά

Αφροδίτη Δερματά

H Ερμιόνη για εμένα είναι το πιο όμορφο μέρος στον κόσμο. Είναι ένα μικρό νησί κολλημένο σε μια άκρη της Πελοποννήσου. Έχει τη γραφικότητα και την κουλτούρα ενός κυκλαδίτικου νησιού και τις  χάρες μιας παραθαλάσσιας κωμόπολης. Την αγκαλιάζει η θάλασσα αλλά είναι ενωμένη με τη στεριά. Η μια πλευρά της, η πιο αγαπημένη μου, έχει λευκά, ασβεστωμένα, λαβυρινθώδη σοκάκια, στολισμένα με βουκαμβίλιες, βασιλικούς και γεράνια ενώ καθώς περπατάς το μπλε της θάλασσας ξεπηδάει κάθε τόσο από διάφορες γωνιές και σου δίνει μια αίσθηση δροσιάς και αισιοδοξίας. Όλα σχεδόν τα σοκάκια καταλήγουν σε σκαλιά που σε κατευθύνουν στη θάλασσα. Έχει ένα μεγάλο λιμάνι στο μπροστινό της μέρος, το οποίο πλαισιώνεται από παραδοσιακά καφενεία, ψαροταβέρνες και καφετέριες ενώ στο πίσω μέρος, στο Μαντράκι, τα καλοκαίρια ξεκουράζονται τα σκάφη ανάμεσα στις μελωδίες των bars, στη βαβούρα των  καφέ και στις μυρωδιές των εστιατορίων. Στο ανατολικό της άκρο βρίσκεται το στολίδι της, το Μπίστι! Μπίστι σημαίνει ουρά και είναι ένα πευκόφυτο άλσος μέσα στη θάλασσα το οποίο μοιάζει με ουρά και έχει περιμετρικά ένα όμορφο μονοπάτι. Η πόλη μέσα δεν έχει μεγάλες παραλίες, αλλά έχεις τις «μπανιέρες» όπως λένε οι ντόπιοι.

 

Ερμιόνη

Οι «μπανιέρες» είναι μικρές γραφικές παραλίες, στις οποίες πας αποκλειστικά για να κολυμπήσεις διότι ο χώρος είναι πολύ περιορισμένος για να αράξεις με τις ώρες για ηλιοθεραπεία. Αυτά κι άλλα πολλά έχει αυτό το αγαπημένο μέρος αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι έχει χνάρια από τα βήματα μου σε όλες τις ηλικίες, έχει χαμόγελα, γέλια, κλάματα, έρωτες, φιλίες, αγαπημένους ανθρώπους και πάρα πολλές όμορφες αναμνήσεις.

Το καλοκαίρι του 1994 κυκλοφορούσαμε στην Ερμιόνη τρεις αδελφές ψυχές, συλλέγαμε με μανία στιγμές και φτιάχναμε τη δικιά μας καλοκαιρινή ιστορία. Εγώ, η Κλαίρη και η Έλενα. Τότε τα μαγαζιά ήταν ελάχιστα και το μεγαλύτερο και πιο δημοφιλές στέκι ήταν το Μπίστι. Εκεί μέσα στο δασάκι με τις μικρές παραλίες βγαίναμε κρυφά ραντεβού, εκεί μαζευόμασταν τα βράδια του καλοκαιριού με κιθάρες και μπίρες, εκεί διαβάζαμε στις αρχές του καλοκαιριού για τις εξετάσεις, εκεί κάναμε τις πρώτες τζούρες τσιγάρο κρυφά. Το Μπίστι είχε δυο «μπανιέρες» και μια κρυφή-ιδιωτική, τη δικιά μας. Ήταν η πρώτη μπανιέρα, η μιάμιση (η δικιά μας) και η δεύτερη. Τη λέγαμε μιάμιση γιατί δεν ήταν καν παραλία. Για να πας κατέβαινες ένα μικρό μονοπάτι σε έναν γκρεμό, περνούσες μέσα από βράχια γεμάτα πεταλίδες, μέσα από τη θάλασσα και έβγαινες σε έναν όμορφο, απομονωμένο, λείο, ευθυτενή βράχο, ο οποίος βρισκόταν μέσα στη θάλασσα. Εκεί αράζαμε με τις ώρες τα μεσημέρια του καλοκαιριού, δεν φαινόμασταν από πουθενά παρά μόνο όταν βουτούσαμε μέσα στο νερό. Ήταν ο ιδιωτικός μας βράχος ο οποίος χωρούσε αυστηρά τρία άτομα. Επίσης, κάποιος μπορούσε να μας δει και από τη θάλασσα σε περίπτωση που περνούσε με βάρκα.

Κάπως έτσι, καθώς κάναμε την ηλιοθεραπεία μας πάνω στον βράχο, μας εντόπισε εκείνο το μεσημέρι του καλοκαιριού ο αδερφός της Κλαίρης, ο Γιώργος, ο οποίος έκανε βόλτες με τη βάρκα του. Πλησίασε αργά προς τον βράχο και μας πρότεινε να ανεβούμε να μας πάει βόλτα. Εμείς άλλο που δεν θέλαμε. Πήραμε τα 2-3 πράγματα που είχαμε και ανεβήκαμε στη βάρκα. «Πού ακριβώς θα μας πας;» τον ρωτήσαμε, «σε μια υπέροχη παραλία απέναντι» μας απάντησε κι εμείς περιχαρείς κοιτούσαμε την Ερμιόνη να απομακρύνεται με ύφος Αλίκης Βουγιουκλάκη στη «Μανταλένα». Ούτε καν πέρασε από το μυαλό μας ότι η εν λόγω πρόταση δεν ήταν ανιδιοτελής και ότι η βόλτα θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να ξεπληρωθεί.  

Μετά από 40 λεπτά περίπου φτάσαμε στον προορισμό μας, η Ερμιόνη στεκόταν μικρή απέναντί μας κι εμείς ρίχναμε άγκυρα σε άγνωστα νερά. Μια μικρή αφιλόξενη παραλία στεκόταν έξω γεμάτη μεγάλα βότσαλα και ο Γιώργος μας κοιτούσε με ύφος πονηρό. Μας πρότεινε να βουτήξουμε κι εμείς δεν χάσαμε καθόλου καιρό. Βγάλαμε τα φορέματά μας και ανύποπτες για το τι μας περίμενε, βουτήξαμε στα βαθιά νερά, κολυμπήσαμε, γελάσαμε, κουραστήκαμε και ήρθε η ώρα να ανέβουμε στη βάρκα. Ο Γιώργος μάς κοίταξε και μας είπε επιτακτικά, «Δεν καταλάβατε, δεν ανεβαίνει καμία! Αν δεν πλύνετε τη βάρκα, δεν γυρνάμε πίσω». Μέσα σε λίγα λεπτά τα σφουγγάρια κολυμπούσαν τριγύρω μας κι εμείς προσπαθούσαμε να τα πιάσουμε. Όταν καταφέραμε να τα ψαρέψουμε, αρχίσαμε να τρίβουμε το ξύλο της βάρκας δυσανασχετώντας… «Να λάμπει» ακουγόταν η φωνή του Γιώργου κάθε τόσο από πάνω μας κι εμείς γελούσαμε βρίζοντας παράλληλα μέσα από τα δόντια μας. Μετά από κάμποση ώρα λάντζας ήρθε η ώρα της επιστροφής. Αφού πραγματοποιήθηκε η επιθεώρηση και εγκρίθηκε το αποτέλεσμα της σκληρής δουλειάς μας, ο Γιώργος μάς επέτρεψε να ανέβουμε στη βάρκα.

Ο ήλιος είχε αρχίσει σιγά-σιγά να χάνεται πίσω από τα βουνά, η πεντακάθαρη βάρκα άφηνε τα λευκά της χνάρια πάνω στην ήρεμη θάλασσα κι εμείς γελούσαμε με το πάθημά μας. Το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να γυρίσουμε στο σπίτι νωρίς για να μας αφήσουν οι γονείς μας να ξαναβγούμε αργότερα. Το βράδυ είχαμε ραντεβού με την παρέα στο εκκλησάκι του Άι Γιάννη. Ο Νίκος θα έφερνε και την κιθάρα του, θα αγοράζαμε και μπίρες. Εμείς θα τραγουδούσαμε και το φεγγάρι δίπλα θα σχημάτιζε ένα ασημένιο μονοπάτι στη θάλασσα. Γιατί έτσι όμορφη ήταν η ζωή τα καλοκαίρια στην Ερμιόνη, περιτυλιγμένη με μυρωδιές πεύκου και ιωδίου, γιατί έτσι όμορφη και ξένοιαστη ήταν η ζωή τότε.  


Yγ. Αν θες να μάθεις περισσότερα για τον Παράδεισο https://ermionigreece.com/gr/home



BLOGS: Τελευταία Ενημέρωση

Viva la revolucion!

Viva la revolucion!

Eλάχιστες είναι οι ταινίες του Netflix που μπορώ να πω ότι μου κινούν το ενδιαφέρον
The Tsiakkos
 |  THE TSIAKKOS
Photo by Tamara Bellis on Unsplash

Το λάθος της…

Επέλεξε κάποιον που απλά δεν ήθελε να νιώσει, να αγαπήσει, να δώσει. Έκανε λάθος… γιατί πίστεψε ...
Έλενα Αποστόλου
X