ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: mom jeans, απλό λευκό tee και κόκκινο blazer

Απαγόρευση social media στην Κύπρο – Μια ειδικός απαντά σε 8 ερωτήματα

Η Δρ Ελισάβετ Κιούρτη αναλύει -μεταξύ άλλων- τους κινδύνους από τη χρήση των social media, το ρόλο των πλατφορμών, γιατί οι απαγορεύσεις από μόνες τους δεν αρκούν, ενώ δίνει και συμβουλές στους γονείς

Άννα Πολυβίου

Η συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο απαγόρευσης των social media για παιδιά και εφήβους έχει έρθει έντονα στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα, προκαλώντας αντιδράσεις, αλλά και προβληματισμό. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Δρ Ελισάβετ Κιούρτη, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Humane Technology και Ακαδημαϊκός στις Ψηφιακές Τεχνολογίες, αναλύει το θέμα με επιστημονική τεκμηρίωση, αναδεικνύοντας τόσο τους υπαρκτούς κινδύνους, όπως είναι η αυτοεικόνα, ο κυβερνοεκφοβισμός και η διαταραχή του ύπνου, όσο και τις θετικές διαστάσεις, όπως η κοινωνική σύνδεση και η έκφραση και αίσθηση του ανήκειν.

Παράλληλα, εξηγεί γιατί οι απαγορεύσεις δεν αποτελούν την πιο αποτελεσματική λύση, επισημαίνοντας ότι τα πιο αποτελεσματικά μοντέλα είναι πολυεπίπεδα, ενώ επίσης αναφέρεται και στα πρώτα ευρήματα από χώρες που τις εφάρμοσαν. Δίνει έμφαση στην ευθύνη των ίδιων των πλατφορμών –η οποία αν και είναι καθοριστική, εντούτοις συχνά υποβαθμίζεται στη δημόσια συζήτηση-, αλλά και στην ανάγκη για μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση που συνδυάζει εκπαίδευση, γονική εμπλοκή, ενίσχυση της κριτικής σκέψης και ρύθμιση των ίδιων των πλατφορμών, με στόχο την ουσιαστική προετοιμασία των παιδιών για τον ψηφιακό κόσμο.

Ποιοι είναι οι κίνδυνοι για τα παιδιά που χρησιμοποιούν τα social media; Υπάρχουν όντως κίνδυνοι;

Οι κίνδυνοι υπάρχουν, αλλά δεν είναι ούτε απόλυτοι ούτε ομοιογενείς. Δεν επηρεάζονται όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο, ούτε με την ίδια ένταση. Η διεθνής έρευνα δείχνει ότι οι πιο σταθερά καταγεγραμμένοι κίνδυνοι σχετίζονται με την αυτοεικόνα, τη σύγκριση, την έκθεση σε μη ρεαλιστικά πρότυπα, τον κυβερνοεκφοβισμό και τη διαταραχή του ύπνου λόγω υπερβολικής χρήσης. Ιδιαίτερα στις ηλικίες 11-14, όπου η ταυτότητα βρίσκεται υπό διαμόρφωση, τα Mέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μπορούν να λειτουργήσουν ενισχυτικά σε ήδη υπάρχουσες ευαλωτότητες.

Ωστόσο, είναι κρίσιμο να αποφύγουμε τις απλουστεύσεις. Οι μεγάλες μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι η συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση των Mέσων Κοινωνικής Δικτύωσης και την ψυχική υγεία είναι κατά κανόνα μικρή και εξαρτάται από το πλαίσιο χρήσης: το είδος του περιεχομένου, τον χρόνο, τον τρόπο εμπλοκής, αλλά και το ίδιο το παιδί. Υπάρχουν, ταυτόχρονα, και θετικές διαστάσεις, όπως η κοινωνική σύνδεση, η έκφραση και η αίσθηση του ανήκειν που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Άρα, δεν μιλάμε για ένα εγγενώς «επικίνδυνο» μέσο, αλλά για ένα περιβάλλον που μπορεί να γίνει επιβαρυντικό όταν απουσιάζουν όρια, καθοδήγηση και κριτική ικανότητα.

Τι προσδοκούμε να πετύχουμε απαγορεύοντάς τους την πρόσβαση;

Σε επίπεδο πολιτικής, η απαγόρευση εμφανίζεται ως μια άμεση και καθαρή λύση: μειώνεις την πρόσβαση, άρα μειώνεις και την έκθεση στον κίνδυνο. Παράλληλα, αποτελεί ένα ισχυρό επικοινωνιακό μήνυμα ότι η πολιτεία «προστατεύει» τα παιδιά. Ωστόσο, αυτή η λογική βασίζεται σε μια σχετικά γραμμική υπόθεση ότι η απομάκρυνση από το μέσο οδηγεί αυτομάτως σε μείωση των επιπτώσεων.

Στην πράξη, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Η χρήση των Mέσων Κοινωνικής Δικτύωσης είναι ήδη ενσωματωμένη στην καθημερινότητα των παιδιών και των εφήβων ως βασικός χώρος κοινωνικοποίησης. Άρα, η απαγόρευση δεν αφαιρεί απλώς ένα εργαλείο, αλλά παρεμβαίνει σε ένα κοινωνικό οικοσύστημα.

Είναι η απαγόρευση ο πιο αποτελεσματικός τρόπος;

Όχι. Είναι ο πιο άμεσος και πολιτικά «καθαρός» τρόπος, αλλά όχι ο πιο αποτελεσματικός σε βάθος χρόνου. Οι οριζόντιες απαγορεύσεις λειτουργούν με τη λογική του ελέγχου, όχι της ενδυνάμωσης. Δεν καλλιεργούν δεξιότητες διαχείρισης, δεν ενισχύουν την κριτική σκέψη και δεν προετοιμάζουν τα παιδιά για τη στιγμή που θα βρεθούν αναπόφευκτα μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα.

Αυτό που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι τα πιο αποτελεσματικά μοντέλα είναι πολυεπίπεδα: συνδυάζουν ψηφιακή εκπαίδευση, ενεργό γονική εμπλοκή και ρύθμιση των ίδιων των πλατφορμών. Η απαγόρευση από μόνη της δεν αντιμετωπίζει τις αιτίες του προβλήματος, αλλά κυρίως τα συμπτώματα.

Υπάρχουν δεδομένα από χώρες που εφαρμόστηκε ήδη η απαγόρευση;

Βρισκόμαστε ακόμη σε πρώιμο στάδιο για ασφαλή συμπεράσματα. Τα πρώτα ευρήματα δείχνουν ότι η συμμόρφωση είναι μερική και ότι ένα σημαντικό ποσοστό ανηλίκων εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στις πλατφόρμες, είτε μέσω εναλλακτικών λογαριασμών είτε μέσω τεχνικών παρακάμψεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέτρα δεν έχουν καμία επίδραση, αλλά δείχνει ότι η αποτελεσματικότητά τους είναι περιορισμένη όταν δεν συνοδεύονται από άλλες παρεμβάσεις. Το πιο σημαντικό: δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή δεδομένα που να δείχνουν μακροπρόθεσμη βελτίωση στην ψυχική υγεία ως άμεσο αποτέλεσμα τέτοιων απαγορεύσεων.

Στην πράξη μπορεί να λειτουργήσει μια απαγόρευση;

Μπορεί να λειτουργήσει εν μέρει, αλλά όχι με τον τρόπο που συχνά παρουσιάζεται. Σε ψηφιακά περιβάλλοντα, οι περιορισμοί είναι τεχνικά παρακάμψιμοι και τα παιδιά, ιδιαίτερα οι έφηβοι, το γνωρίζουν και το αξιοποιούν. Όταν η χρήση αποτελεί ήδη μέρος της κοινωνικής ζωής, η απαγόρευση τείνει να μετακινεί τη δραστηριότητα σε λιγότερο ορατούς και λιγότερο ελεγχόμενους χώρους.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο. Μια πολιτική που σχεδιάζεται για προστασία μπορεί τελικά να μειώσει τη δυνατότητα εποπτείας και υποστήριξης.

Σε ποια ηλικιακή ομάδα θα «κοστίσει» περισσότερο η αποχή;

Η μεγαλύτερη επιβάρυνση εντοπίζεται στην πρώιμη και μέση εφηβεία, περίπου 12–15 ετών. Σε αυτή τη φάση, τα Mέσα Κοινωνικής Δικτύωσης δεν είναι απλώς ένα εργαλείο ψυχαγωγίας, αλλά βασικός ψηφιακός χώρος κοινωνικής αλληλεπίδρασης και διαμόρφωσης ταυτότητας. Η απότομη αποκοπή μπορεί να βιωθεί ως αποκλεισμός από την ομάδα, κάτι που έχει άμεσες ψυχοκοινωνικές συνέπειες.

Αντίθετα, σε μικρότερες ηλικίες, όπου η χρήση δεν έχει παγιωθεί, η καθυστέρηση της εισόδου είναι πιο εφικτή και αποτελεσματική.

Γιατί δεν συζητείται επαρκώς η ευθύνη των εταιριών;

Η ευθύνη των πλατφορμών είναι καθοριστική, αλλά συχνά υποβαθμίζεται στη δημόσια συζήτηση. Οι ίδιες οι πλατφόρμες σχεδιάζονται με τρόπους που μεγιστοποιούν την εμπλοκή: αλγοριθμικά feeds, μηχανισμοί επιβράβευσης, ατέρμονο scrolling. Αυτά δεν είναι ουδέτερα χαρακτηριστικά, αλλά συνειδητές σχεδιαστικές επιλογές.

Η μετατόπιση της ευθύνης αποκλειστικά στους γονείς ή στα παιδιά είναι, σε ένα βαθμό, πολιτικά βολική. Όμως, χωρίς ρύθμιση σε επίπεδο σχεδιασμού, διαφάνεια αλγορίθμων, όρια σε πρακτικές που ενισχύουν την εξάρτηση, ισχυρότερη προστασία ανηλίκων, η παρέμβαση παραμένει ελλιπής.

Τι θα συμβουλεύατε τους γονείς;

Για τους γονείς παιδιών που ήδη χρησιμοποιούν Mέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, το ζητούμενο δεν είναι ο απόλυτος έλεγχος, αλλά η καθοδηγούμενη αυτονομία. Αυτό σημαίνει σαφή όρια, αλλά και ουσιαστική συζήτηση. Τι βλέπουν τα παιδιά, πώς νιώθουν, πώς ερμηνεύουν αυτό που καταναλώνουν; Η εστίαση δεν πρέπει να είναι μόνο στον χρόνο, αλλά κυρίως στην ποιότητα της εμπειρίας.

Για τους γονείς μικρότερων παιδιών, η καθυστέρηση της εισόδου παραμένει μια από τις πιο αποτελεσματικές στρατηγικές. Όχι όμως ως απαγόρευση χωρίς εξήγηση, αλλά ως σταδιακή εισαγωγή σε ένα περιβάλλον που χρειάζεται δεξιότητες για να διαχειριστεί κανείς.

Συνολικά, το ζητούμενο δεν είναι να κρατήσουμε τα παιδιά «εκτός» του ψηφιακού κόσμου. Αυτό είναι πρακτικά αδύνατο. Το ζητούμενο είναι να τα προετοιμάσουμε ώστε να μπορούν να κινούνται μέσα σε αυτόν με επίγνωση, όρια και ανθεκτικότητα.

Δρ Ελισάβετ Κιούρτη, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Humane Technology και Ακαδημαϊκός στις Ψηφιακές Τεχνολογίες.

WKND BY MUST: Τελευταία Ενημέρωση