newsroom must
Οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, δημιουργούμε σχέσεις και διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας ως ενήλικες. Όταν ένας άνθρωπος μεγαλώνει με συναισθηματικά ανώριμους γονείς, οι επιπτώσεις μπορεί να τον συνοδεύουν για πολλά χρόνια, επηρεάζοντας την αυτοεκτίμηση, την εμπιστοσύνη προς τους άλλους και την ικανότητά του να θέτει υγιή όρια.
Σύμφωνα με τη Lea McMahon, Σύμβουλο Ψυχικής Υγείας, η συναισθηματική ανωριμότητα χαρακτηρίζεται από έλλειψη συναισθηματικής αυτογνωσίας και ενσυναίσθησης. Οι γονείς αυτοί συχνά δίνουν προτεραιότητα στις δικές τους ανάγκες αντί σε εκείνες του παιδιού, δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν ουσιαστικά και μπορεί να εμφανίζουν απρόβλεπτες ή αντιφατικές συμπεριφορές.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για κακούς ανθρώπους. Πολλές φορές κουβαλούν και οι ίδιοι άλυτα τραύματα, πρότυπα συμπεριφοράς που έμαθαν από τη δική τους οικογένεια ή δεν ανέπτυξαν ποτέ τις δεξιότητες που απαιτούνται για μια συναισθηματικά υγιή σχέση με τα παιδιά τους.
Σε συνέντευξή της στο δίκτυο ABC, η κλινική ψυχολόγος Lindsay Gibson, η οποία έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος του έργου της στη μελέτη της σχέσης γονέων και παιδιών, απαντά σε ερωτήματα ανθρώπων που μεγάλωσαν με συναισθηματικά ανώριμους φροντιστές και εξηγεί πώς αυτές οι εμπειρίες συνεχίζουν να επηρεάζουν την ενήλικη ζωή τους.
Γιατί τα αδέλφια ζουν διαφορετικά την ίδια οικογένεια;
Ένα από τα συχνότερα ερωτήματα είναι γιατί δύο ή περισσότερα παιδιά που μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι περιγράφουν τελείως διαφορετικές εμπειρίες από τους ίδιους γονείς.
Η Lindsay Gibson εξηγεί ότι πολλές φορές ένας γονιός, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, αναθέτει σε ένα από τα παιδιά έναν ρόλο που κανονικά ανήκει σε έναν ενήλικα. Συνήθως πρόκειται για το μεγαλύτερο παιδί ή για εκείνο που δείχνει μεγαλύτερη υπευθυνότητα, ωριμότητα και ευαισθησία απέναντι στις ανάγκες των άλλων.
Το παιδί αυτό μπορεί να αναλάβει τη φροντίδα των μικρότερων αδελφών, να λειτουργεί ως συναισθηματικό στήριγμα του γονιού ή να επωμιστεί ευθύνες που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία του. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό στην ψυχολογία ως γονεοποίηση (parentification) και μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρη ενηλικίωση, άγχος και δυσκολία να εκφράζει κανείς τις δικές του ανάγκες.
Αργότερα, όταν αυτό το παιδί προσπαθήσει να μιλήσει στους γονείς του για όσα βίωσε, συχνά ακούει ότι τα αδέλφια του «δεν έχουν κανένα παράπονο». Αυτό μπορεί να ενισχύσει την αμφιβολία για τις δικές του εμπειρίες και να δημιουργήσει έντονα συναισθήματα μοναξιάς και ενοχής.
Ο παθητικός γονιός: όταν η απουσία προστασίας αφήνει πληγές
Δεν είναι μόνο οι επικριτικοί ή αυταρχικοί γονείς που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά ένα παιδί. Σύμφωνα με τη Lindsay Gibson, ένας από τους πιο δύσκολους τύπους συναισθηματικά ανώριμων γονέων είναι ο παθητικός γονιός.
Πρόκειται για τον γονιό που συνήθως δεν φωνάζει, δεν επιβάλλει τιμωρίες και δεν φαίνεται επιθετικός. Συχνά είναι τρυφερός, ευχάριστος και δημιουργεί την αίσθηση ασφάλειας στο παιδί. Ωστόσο, όταν χρειάζεται να το προστατεύσει ή να παρέμβει σε δύσκολες καταστάσεις, επιλέγει να παραμένει αμέτοχος.
Όπως εξηγεί η Gibson, πολλοί άνθρωποι που ξεκινούν ψυχοθεραπεία θεωρούν αρχικά ότι αυτός ήταν ο «καλός» γονιός της οικογένειας. Με την πάροδο του χρόνου όμως αντιλαμβάνονται ότι, ενώ ένιωθαν συναισθηματική εγγύτητα μαζί του, στην πραγματικότητα δεν τους προστάτευσε όταν το είχαν ανάγκη.
Η συνειδητοποίηση αυτή συνοδεύεται συχνά από θλίψη, απογοήτευση και θυμό. Παράλληλα όμως αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της προσωπικής τους ιστορίας και την ψυχική τους αποκατάσταση.
Χρειάζεται πάντα να κόψουμε τη σχέση με τους γονείς μας;
Διαβάστε περισσότερα στο well.cy















