ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: λευκό τζιν, ριγέ πουκάμισο και raffia bag

Pierce Brosnan & Hugh Grant: Οι «αδικημένοι» σταρ των ’90s

Μήπως η επιτυχία τους έκρυψε το πραγματικό τους ταλέντο;

Νατάσα Αλεξάνδρου

Συστήθηκαν στο παγκόσμιο ο ένας ως «James Bond» και ο άλλος ως βασιλιάς των romantic comedies. Θεωρούνται από τους μεγαλύτερους και πιο εμπορικούς σταρ του Χόλιγουντ. Κι όμως, πίσω στα ’90s Pierce Brosnan και Hugh Grant ήταν δύο ηθοποιοί με πολύ μεγαλύτερο υποκριτικό εύρος απ’ όσο τους επέτρεπε να δείξουν και όχι απλά να είναι διεκπεραιωτές εύπεπτων ταινιών δράσης και κωμωδίας.

Ο πρώτος, ο απόλυτος εκφραστής μιας γενιάς που τον θεωρούσε ως το απόλυτο σύμβολο αρσενικού. Επικίνδυνα γοητευτικός και αφοπλιστικά εμφανίσιμος, αυθεντικά οξυδερκής και πολυμήχανος είχε μια αχαλίνωτη ανδρική κυριαρχία που τον έκανε το τέλειο μοντέλο για το Bond brand. Ο άλλος; Ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς της romantic comedy που κατάφερε να ανατινάξει το κατεστημένο της αρσενικής αρρενωπότητας και να γίνει πρότυπο του ιδανικού εραστή. Αυτό όμως που ανατίναξε την τεράστια επιτυχία τους ήταν τελικά αυτό που τους αδίκησε;

Γιατί όταν το Hollywood βρήκε τη «συνταγή» που έκανε τον Brosnan και τον Grand ακαταμάχητους στο box office, φρόντισε να την επαναλαμβάνει ξανά και ξανά. Ο ένας εγκλωβίστηκε στο τέλειο κοστούμι του 007. Ο άλλος στον γοητευτικό, αμήχανο Βρετανό που ερωτεύεται πάντα τη λάθος στιγμή. Και κάπως έτσι, δύο από τους πιο αναγνωρίσιμους άνδρες σταρ των ’90s χρειάστηκε να περιμένουν χρόνια για να δείξουν στο κοινό πόσο διαφορετικοί μπορούσαν πραγματικά να είναι.

Μήπως, δεν ήταν αδικημένοι επειδή δεν έγιναν σταρ; Μήπως ήταν αδικημένοι ακριβώς επειδή έγιναν τόσο μεγάλοι σταρ;

 

 

 

Back to 90s

Για να είμαστε ξεκάθαροι: κανείς από τους δύο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «αδικημένος» με την κλασική έννοια του όρου. Στα ’90s είχαν ακριβώς αυτό που ονειρεύονται οι περισσότεροι ηθοποιοί: τεράστια δημοτικότητα, εμπορικές επιτυχίες, πρωταγωνιστικούς ρόλους και μια θέση στην pop culture που λίγοι κατάφεραν να αποκτήσουν. Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού. Ήταν καλλιτεχνικά αξιοποιημένοι όσο θα μπορούσαν να είναι; Εκεί η απάντηση γίνεται πολύ πιο σύνθετη.

Oh Pierce…

Για τον Pierce Brosnan, τα ’90s είχαν ουσιαστικά ένα όνομα: James Bond. Το GoldenEye του 1995 δεν ήταν απλώς η ταινία που τον σύστησε ως 007. Ήταν η μεγάλη επιστροφή του franchise μετά από χρόνια απουσίας και μια νέα αρχή για τον Bond στη μεταψυχροπολεμική εποχή. Ο Brosnan είχε όλα όσα απαιτούσε ο ρόλος: γοητεία, κομψότητα, χιούμορ, σωματική παρουσία και εκείνη την αίσθηση του κλασικού κινηματογραφικού σταρ που η κάμερα λατρεύει.

Ακολούθησαν τα Tomorrow Never Dies το 1997 και The World Is Not Enough το 1999, επιβεβαιώνοντας ότι ο Brosnan δεν ήταν απλώς ένας επιτυχημένος Bond. Ήταν ένας από τους μεγάλους εμπορικούς πρωταγωνιστές του Hollywood της δεκαετίας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στην ίδια περίοδο βρέθηκε στην κορυφή του box office με το Dante’s Peak, ενώ το 1999 πρωταγωνίστησε στο κομψό The Thomas Crown Affair. Το παράδοξο είναι ότι ακριβώς αυτή η επιτυχία δημιούργησε την εικόνα που θα τον ακολουθούσε.

 Ο Brosnan ήταν τόσο πειστικός ως ο αψεγάδιαστος άνδρας με το κοστούμι, ώστε το Hollywood δεν είχε ιδιαίτερο λόγο να τον βγάλει από αυτό. Και εδώ βρίσκεται η πραγματική «αδικία»: όχι στο ότι δεν του δόθηκαν ευκαιρίες, αλλά στο ότι οι περισσότερες ευκαιρίες του αξιοποιούσαν ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά.

Η γοητεία. Το στιλ. Η ψυχραιμία. Η εικόνα του άνδρα που δεν χάνει ποτέ τον έλεγχο. Ακόμη και όταν έβγαινε από τον κόσμο του Bond, το star persona παρέμενε ισχυρότερο από τον χαρακτήρα. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να δούμε έναν Brosnan που θα μπορούσε να τσαλακωθεί περισσότερο, να γίνει κυνικός, σκοτεινός, αστείος ή ακόμη και αξιοθρήνητος. Το The Matador του 2005 είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: ένας Brosnan εντελώς διαφορετικός από εκείνον που είχε συνηθίσει το κοινό. Και ξαφνικά έγινε εμφανές κάτι που υπήρχε πιθανότατα από πάντα: ο άνθρωπος πίσω από το κοστούμι είχε πολύ μεγαλύτερο εύρος από αυτό που του επέτρεπε η εικόνα του.

 

Ο τζέντλεμαν... Hugh Grant

Αν ο Brosnan εγκλωβίστηκε στο κοστούμι του Bond, ο Hugh Grant εγκλωβίστηκε σε κάτι εξίσου ισχυρό: στο ίδιο του το χαμόγελο. Το Four Weddings and a Funeral του 1994 τον μετέτρεψε σε διεθνή σταρ σχεδόν από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο Grant έγινε ο ιδανικός Βρετανός ήρωας της ρομαντικής κομεντί: ευγενικός, γοητευτικός, ελαφρώς αμήχανος, αυτοσαρκαστικός και πάντα έτοιμος να πει την ατάκα που θα κάνει το κοινό να χαμογελάσει. Η ταινία του χάρισε Χρυσή Σφαίρα και BAFTA και τον καθιέρωσε ως ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του βρετανικού κινηματογράφου.

Και μετά ήρθε το Notting Hill το 1999. Ο William Thacker, ο ντροπαλός ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου που ερωτεύεται τη μεγαλύτερη κινηματογραφική σταρ του κόσμου, έμοιαζε σχεδόν σαν ρόλος γραμμένος ειδικά για εκείνον. Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Ήταν πράγματι ρόλος γραμμένος για εκείνον. Ο Grant είχε πλέον γίνει τόσο ταυτισμένος με τον συγκεκριμένο τύπο χαρακτήρα, ώστε κάθε νέα romantic comedy έμοιαζε να αναπαράγει μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου άνδρα. Και το κοινό τον λάτρευε. Αυτό ακριβώς έκανε ακόμη πιο δύσκολο το να αλλάξει κατεύθυνση. Το Hollywood αγαπά αυτό που ήδη γνωρίζει Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας τους.

Το Hollywood των ’90s δεν τους «τιμώρησε». Αντίθετα, ανταμείβοντάς τους για αυτό που ήδη έκαναν καλά, τους παγίδευσε μέσα στην επιτυχία τους.Ο Brosnan μπορούσε να είναι ο κομψός, αινιγματικός, ακαταμάχητος πρωταγωνιστής.Ο Grant μπορούσε να είναι ο γοητευτικός, αμήχανος, ρομαντικός Βρετανός.Και οι δύο είχαν βρει το προσωπικό τους brand.Το κοινό ήξερε τι θα πάρει. Οι παραγωγοί ήξεραν τι θα πουλήσει. Και το Hollywood δεν είχε ιδιαίτερο οικονομικό κίνητρο να αλλάξει τη συνταγή.Άλλωστε, όταν κάτι λειτουργεί, γιατί να το αλλάξεις;

 

…και το μετά

Η ειρωνεία ήρθε πολλά χρόνια αργότερα. Ίσως γι’ αυτό οι μεταγενέστερες δουλειές τους έχουν τόσο ενδιαφέρον. Ο Hugh Grant, ειδικά από τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα και μετά, άρχισε να απολαμβάνει εμφανώς το να γκρεμίζει την εικόνα που είχε χτίσει. Στο Paddington 2 μεταμορφώθηκε σε έναν εκκεντρικό ηθοποιό-κακοποιό. Στο A Very English Scandal και στο The Undoing κινήθηκε σε πολύ πιο σκοτεινές περιοχές, ενώ στο Heretic του 2024 πήγε ακόμη πιο μακριά, αποδεικνύοντας πόσο ενδιαφέρον μπορεί να γίνει όταν αφήνει στην άκρη τον «Hugh Grant» που γνωρίζαμε από τις romantic comedies.

Ο Brosnan, από την άλλη, βρήκε μετά τον Bond περισσότερο χώρο για διαφορετικούς χαρακτήρες. Το The Matador είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ηθοποιού που αποφασίζει να σαμποτάρει την ίδια του την εικόνα. Και τότε γίνεται κάτι αρκετά αποκαλυπτικό. Όσο λιγότερο προσπαθούν να είναι οι σταρ που το κοινό θυμάται από τα ’90s, τόσο περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ως ηθοποιοί.

 

Τελικά, ήταν αδικημένοι;

Αν το δούμε έτσι, ναι, υπήρξαν καλλιτεχνικά αδικημένοι. Οι παραγωγοί των 90s προτίμησαν να εξαργυρώσουν τη mainstream απήχησή τους σε safe, light παραγωγές, παρά να ρισκάρουν να τους δουν να τσαλακώνονται σε βαριά δράματα ή απαιτητικούς ρόλους χαρακτήρων.

 

 

WKND BY MUST: Τελευταία Ενημέρωση

27 χρόνια πριν… Η Άννα!

27 χρόνια πριν… Η Άννα!

Στο πρώτο εξώφυλλο του must ήταν το πρόσωπο που συμβόλιζε μια νέα εποχή. Σήμερα, η ίδια γυναίκα ...
Νατάσα Αλεξάνδρου
 |  WKND BY MUST