newsroom must
Υπάρχει κάτι σχεδόν σουρεαλιστικό στο να ανοίγεις ένα περιοδικό του Νοεμβρίου του 1999 και να διαβάζεις ένα κείμενο που σήμερα μοιάζει ταυτόχρονα τόσο μακρινό και τόσο γνώριμο.
Το must της τότε εποχής, αφιερώνει 6 σελίδες στα καμπαρέ και στις… «καλλιτέχνιδες delivery». Η γλώσσα ήταν αυτή της εποχής: προκλητική, ειρωνική, εμπορική, χωρίς ιδιαίτερη διάθεση να κρύψει αυτό που περιγράφει. Το κείμενο δεν αρκείται στο να παρουσιάσει τη νυχτερινή ζωή. Εξηγεί στον αναγνώστη πώς λειτουργούσε τότε το σύστημα.
Το 1999 το must έγραφε έναν «οδηγό» για το πώς μπορούσε κανείς να… «παραγγείλει» μια καλλιτέχνιδα. Σήμερα δεν χρειάζεται ούτε καμπαρέ, ούτε τηλεφωνικός μεσάζων. Ένα προφίλ, ένα DM, μια συνδρομή. Από το τραπέζι της νύχτας στην οθόνη του κινητού, αυτό που άλλαξε περισσότερο ίσως δεν είναι η επιθυμία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή οργανώνεται, τιμολογείται και πουλιέται. Βλέπεις μια γυναίκα στο καμπαρέ. Σου αρέσει. Μαθαίνεις πώς μπορείς να έρθεις σε επαφή μαζί της. Υπάρχει ένας αριθμός τηλεφώνου, κάποιος που λειτουργεί ως μεσάζων, μια συνεννόηση, μια τιμή, ένας τόπος. Το άρθρο μάλιστα εξηγεί τις λεπτομέρειες της διαδικασίας και τις διαφορετικές κατηγορίες των συναντήσεων. Με σημερινά μάτια, η πιο ενδιαφέρουσα λέξη δεν είναι «καμπαρέ». Είναι «παραγγελία». Γιατί το 1999 η επιθυμία είχε ήδη αρχίσει να αποκτά τη λογική μιας υπηρεσίας κατά παραγγελία. Απλώς δεν υπήρχε ακόμη το smartphone για να την κάνει στιγμιαία.
Η μεγάλη αλλαγή: η συναλλαγή έγινε προσωπική
Το 1999 η συναλλαγή ήταν σχετικά… καθαρή. Υπήρχε ένα μαγαζί. Υπήρχε ένας πελάτης. Υπήρχε ένας μεσάζων. Υπήρχε μια τιμή. Σήμερα τα όρια είναι πολύ πιο θολά. Τι αγοράζει κάποιος όταν πληρώνει μια συνδρομή; Περιεχόμενο; Προσοχή; Φαντασίωση; Οικειότητα;
Την αίσθηση ότι «γνωρίζει» έναν άνθρωπο που στην πραγματικότητα δεν γνωρίζει; Αυτό είναι ίσως το πραγματικά καινούργιο στοιχείο της ψηφιακής εποχής. Δεν εμπορευματοποιείται μόνο το σώμα. Εμπορευματοποιείται η αίσθηση της εγγύτητας. Και αυτή είναι μια πολύ μεγαλύτερη αγορά. Από τη Ρωσία του 1999 στον παγκόσμιο ψηφιακό κόσμο
Το must γράφει σε μια Κύπρο που βρίσκεται σε μια εντελώς διαφορετική εποχή. Η δεκαετία του '90 έχει φέρει την έντονη κινητικότητα ανθρώπων από την πρώην Σοβιετική Ένωση προς την Κύπρο, την έκρηξη της νυχτερινής οικονομίας και ένα νέο είδος παγκοσμιοποιημένης διασκέδασης.Το καμπαρέ ήταν προϊόν αυτής της εποχής. Ήταν ένα σημείο όπου συναντιούνταν το χρήμα, η τουριστική οικονομία, η νυχτερινή διασκέδαση, η μετανάστευση και η ανδρική επιθυμία. Το άρθρο το αντιμετωπίζει με την αυτοπεποίθηση ενός κόσμου που δεν έχει ακόμη γνωρίσει το Internet όπως το ξέρουμε σήμερα. Και αυτό κάνει το κείμενο σχεδόν… αρχαιολογικό εύρημα.Γιατί εκεί βλέπουμε μια οικονομία που σήμερα έχει γίνει ψηφιακή. Όχι επειδή εξαφανίστηκε η αγορά του σεξ. Αλλά επειδή η αγορά απέκτησε οθόνη.

Από το τηλέφωνο στο swipe
Τότε, για να φτάσεις από την επιθυμία στην πράξη, υπήρχε μια ολόκληρη διαδικασία- αλυσίδα. Έπρεπε να σηκωθείς από τον καναπέ. Να βγεις από το σπίτι και να πας κάπου. Να δεις. Να επιλέξεις. Να ρωτήσεις. Να πάρεις τηλέφωνο. Να μιλήσεις με κάποιον. Να συμφωνήσεις. Να μετακινηθείς. Το άρθρο του must καταγράφει αυτή τη διαδικασία με μια σχεδόν τεχνοκρατική ακρίβεια. Υπάρχει ακόμη και η συμβουλή να μη ζητήσεις απλώς «το όνομα» της «κοπέλας», αλλά να ξέρεις πώς λειτουργεί ο μηχανισμός. Ο αναγνώστης δεν αγοράζει μόνο μια φαντασίωση. Αγοράζει πρόσβαση σε μια διαδικασία. Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, η διαδικασία έχει απλοποιηθεί. Δεν χρειάζεται να μπεις σε αυτοκίνητο ούτε να πας στο καμπαρέ που δεν είναι trend πλέον, άσε που αυτά που έμειναν είναι ελάχιστα. Ούτε χρειάζεται να βρεις τον αριθμό τηλεφώνου. ούτε καν να μιλήσεις σε μεσάζοντα. Μπορεί να αρχίσει με ένα follow. Ένα story. Ένα like. Ένα DM.
Και, σε διαφορετικές πλατφόρμες, μπορεί να συνεχιστεί με μια συνδρομή, ένα pay-per-view περιεχόμενο ή μια ιδιωτική ψηφιακή αλληλεπίδραση. Η τεχνολογία έκανε αυτό που κάνει συνήθως: αφαίρεσε τα ενδιάμεσα. Το καμπαρέ είχε πόρτα. Το Instagram έχει αλγόριθμο. Το καμπαρέ του 1999 ήταν ένας φυσικός χώρος. Είχε πόρτα, τραπέζια, φωτισμό, μουσική, κατανάλωση, προσωπικό και συγκεκριμένο ωράριο. Το σημερινό αντίστοιχο περιβάλλον μπορεί να βρίσκεται στην τσέπη μας. Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές.
Το 1999 η πρόσβαση ήταν γεωγραφική. Σήμερα είναι αλγοριθμική. Δεν χρειάζεται πλέον να γνωρίζεις πού βρίσκεται ένα συγκεκριμένο μαγαζί. Η πλατφόρμα μπορεί να σου εμφανίσει το πρόσωπο που δεν ήξερες ότι έψαχνες. Το προϊόν δεν βρίσκεται απαραίτητα πίσω από μια πόρτα. Βρίσκεται μέσα σε μια ροή περιεχομένου. Αυτό δημιουργεί μια παράδοξη αντιστροφή. Τότε ο πελάτης έπρεπε να αναζητήσει τον χώρο. Σήμερα ο χώρος αναζητά τον πελάτη. Η καλύτερα, ο αλγόριθμος προσπαθεί να καταλάβει τι τραβάει την προσοχή του.
Από την «καλλιτέχνιδα» στον creator
Υπάρχει όμως μια πολύ σημαντική διαφορά που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη σύγκριση. Η γυναίκα του καμπαρέ και η σημερινή creator δεν είναι το ίδιο. Ούτε κάθε γυναίκα που χρησιμοποιεί το OnlyFans προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες. Ούτε κάθε συνδρομητής αγοράζει προσωπική συνάντηση. Το OnlyFans είναι πλατφόρμα επί πληρωμή περιεχομένου και άμεσης σχέσης δημιουργού–fan, με μεγάλο μέρος της δημόσιας εικόνας του να συνδέεται με περιεχόμενο ενηλίκων. Η οικονομική του κλίμακα, πάντως, δείχνει πόσο έχει αλλάξει το μοντέλο. Σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία της Fenix International για το 2024, μέσω του OnlyFans πέρασαν περίπου 7,2 δισ. δολάρια σε πληρωμές από fans, ενώ οι λογαριασμοί creators ανέρχονταν σε περίπου 4,63 εκατομμύρια και οι λογαριασμοί fans σε περίπου 377 εκατομμύρια.
Σύμφωνα με την ετήσια οικονομική έκθεση της Fenix International, της βρετανικής εταιρείας στην οποία ανήκει το OnlyFans, τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν πέρυσι στα 714 εκατ. δολάρια, καταγράφοντας αύξηση 5% σε σύγκριση με το 2024. Τα στοιχεία της Fenix International δείχνουν ότι για το οικονομικό έτος που ολοκληρώθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2025 καταβλήθηκαν μερίσματα ύψους 535 εκατ. δολαρίων. Από εκείνη την ημερομηνία έως τις 26 Μαρτίου 2026 ακολούθησαν επιπλέον πληρωμές μερισμάτων συνολικού ύψους 174 εκατ. δολαρίων. Οπόταν δεν μιλάμε πλέον για ένα περιθωριακό δωμάτιο μιας νυχτερινής πόλης. Μιλάμε για μια παγκόσμια ψηφιακή αγορά. Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι μεγάλο μέρος της συναλλαγής δεν αφορά πλέον την ίδια τη σωματική παρουσία. Αφορά την πρόσβαση. Πρόσβαση σε εικόνες. Σε βίντεο. Σε αποκλειστικό περιεχόμενο. Σε μηνύματα. Σε μια αίσθηση προσωπικής σχέσης. Η απόσταση ανάμεσα στον fan και τον creator μπορεί να είναι χιλιάδες χιλιόμετρα και ταυτόχρονα να μοιάζει μικρότερη από ποτέ.
Το 1999 αγόραζες χρόνο. Σήμερα αγοράζεις προσοχή.
Αν διαβάσει κανείς σήμερα το παλιό must, θα προσέξει κάτι ακόμη. Το άρθρο προσπαθεί να τιμολογήσει τον χρόνο. Πόσο κοστίζει η μία συνάντηση; Πόσο η άλλη; Τι περιλαμβάνει; Τι δεν περιλαμβάνει; Ποιος μεσολαβεί; Ποιος προστατεύεται από ποιον; Είναι μια οικονομία που βασίζεται στη φυσική παρουσία. Σήμερα η οικονομία έχει μετατοπιστεί. Το βασικό νόμισμα δεν είναι μόνο ο χρόνος. Είναι η προσοχή. Η creator χρειάζεται να τραβήξει το βλέμμα μέσα σε μια ατελείωτη ροή από εικόνες. Ο follower πρέπει να μετατραπεί σε subscriber. Ο subscriber σε επαναλαμβανόμενο πελάτη. Και η ψηφιακή σχέση πρέπει να παραμείνει αρκετά προσωπική ώστε να δικαιολογεί την επόμενη πληρωμή. Η παλιά επιχείρηση είχε βιτρίνα. Η καινούργια έχει feed.Και κάπου εδώ μπαίνουν τα social media.
Δεν πέθανε ο «αγοραίος έρωτας». Άλλαξε διεύθυνση.
Ίσως λοιπόν η πιο εύκολη διαπίστωση ότι «τότε υπήρχαν τα καμπαρέ και σήμερα υπάρχει το OnlyFans» να είναι και η λιγότερο ενδιαφέρουσα. Η πραγματική συνέχεια βρίσκεται αλλού. Και στις δύο εποχές υπάρχει ένας άνθρωπος που κοιτάζει κάποιον άλλον και θέλει πρόσβαση. Η διαφορά είναι στο πώς οργανώνεται αυτή η πρόσβαση. Το 1999 υπήρχε το τραπέζι. Μετά το τηλέφωνο. Μετά ο μεσάζων. Μετά η συνάντηση. Το 2026 μπορεί να υπάρχει το profile.Μετά το follow.Μετά το DM. Μετά η συνδρομή. Μετά το private content. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, η παλιά απόσταση ανάμεσα στον «πελάτη» και στο «πρόσωπο» έχει γίνει πολύ πιο λεπτή. Αυτό που κάποτε χρειαζόταν ένα καμπαρέ για να πουληθεί, σήμερα μπορεί να χωρέσει σε μια οθόνη έξι ιντσών.
Το πραγματικό delivery
Το 1999 το must μιλούσε για «delivery» με την κυριολεκτική έννοια: η επιθυμία μπορούσε να μεταφερθεί από τον χώρο της νύχτας σε έναν άλλο χώρο. Σήμερα το delivery είναι πολύ πιο εξελιγμένο. Δεν παραδίδεται απαραίτητα ένα σώμα. Παραδίδεται μια εικόνα. Μια φαντασίωση. Ένα μήνυμα. Μερικές φορές μια ψευδαίσθηση οικειότητας. Και το πιο παράξενο είναι ότι η παραγγελία δεν χρειάζεται πλέον να γίνει τηλεφωνικά. Μπορεί να γίνει σιωπηλά, με ένα tap. Το παλιό καμπαρέ είχε πόρτα. Η νέα αγορά έχει login.Το παλιό must εξηγούσε στον αναγνώστη πώς να βρει την πόρτα. Σήμερα η πόρτα βρίσκεται ήδη στην τσέπη μας.
















