ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: loose jeans, αέρινο λευκό πουκάμισο και πλεκτό στους ώμους

Νικόλ Μαλλιωτάκη: Ποια είναι η Ελληνίδα Ρεπουμπλικανή βουλευτής;

Οι ελληνικές ρίζες και η σκληρή κριτική στην Τουρκία.

newsroom must

Μία ακόμη θητεία στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ εξασφάλισε η 45χρονη Ελληνοαμερικανίδα Ρεπουμπλικανή Νικόλ Μαλλιωτάκη, επικρατώντας στην εκλογική αναμέτρηση για την 11η περιφέρεια της Νέας Υόρκης, απέναντι στον Δημοκρατικό Μάικ ΝτεΣίλις. Η πολιτικός ελληνικής και κουβανικής καταγωγής διατήρησε την έδρα που καλύπτει το Στάτεν Άιλαντ και τμήματα του νότιου Μπρούκλιν, παραμένοντας η μοναδική Ρεπουμπλικανή που εκπροσωπεί την πόλη της Νέας Υόρκης στο Κογκρέσο.

Η επανεκλογή της συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της ελληνικής ομογένειας, καθώς η Μαλλιωτάκη έχει αναλάβει επανειλημμένα πρωτοβουλίες υπέρ της Ελλάδας και της Κύπρου. Αν και αποτελεί ένθερμη υποστηρίκτρια του Ντόναλντ Τραμπ και διατηρεί άμεση πρόσβαση στον Λευκό Οίκο, έχει εκφράσει ανοιχτά τη διαφωνία της με το ενδεχόμενο πώλησης προηγμένων αμερικανικών μαχητικών στην Τουρκία, ασκώντας παράλληλα κριτική στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Οι ελληνικές ρίζες και η οικογενειακή ιστορία

Γεννημένη στις 11 Νοεμβρίου 1980 στο Μανχάταν και μεγαλωμένη στο Στάτεν Άιλαντ, η Νικόλ Μαλλιωτάκη προέρχεται από μια οικογένεια με δύο διαφορετικές μεταναστευτικές ιστορίες. Ο πατέρας της, Γιώργος Μαλλιωτάκης, κατάγεται από την Κρήτη, ενώ η μητέρα της, Βέρα, εγκατέλειψε την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο.

Τα βιώματα των γονιών της διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές της πεποιθήσεις, ιδιαίτερα την αντίθεσή της στον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό.

Σε συνέντευξή της τον Σεπτέμβριο του 2026, μίλησε για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο πατέρας της όταν μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Όπως αποκάλυψε, έφτασε στη χώρα με μόλις 50 δολάρια, χωρίς γνωστούς, συγγενείς ή γνώση της αγγλικής γλώσσας. Μέσα από σκληρή δουλειά, κατάφερε να δημιουργήσει τη δική του μικρή επιχείρηση και να αποκτήσει σπίτι.

Η ίδια χαρακτήρισε την πορεία του χαρακτηριστικό παράδειγμα του αμερικανικού ονείρου, επισημαίνοντας ότι η εργατικότητα της οικογένειάς της, αλλά και η ελληνική παράδοση της δημοκρατίας και της ιστορίας, επηρέασαν καθοριστικά την πολιτική της αντίληψη.

Μεγάλωσε ως Ορθόδοξη Χριστιανή, διατηρώντας στενούς δεσμούς με την ελληνική και την κουβανική κοινότητα της Νέας Υόρκης, ενώ μιλά αγγλικά, ισπανικά και ελληνικά.

Αποφοίτησε από το New Dorp High School το 1998 και συνέχισε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Σίτον Χολ του Νιου Τζέρσεϊ, όπου απέκτησε πτυχίο στην Επικοινωνία και τις Δημόσιες Σχέσεις το 2001. Το 2010 ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Wagner College.

Από την Πολιτειακή Συνέλευση στη διεκδίκηση της δημαρχίας

Η επαγγελματική της σταδιοδρομία ξεκίνησε ως σύμβουλος επικοινωνίας του πολιτειακού γερουσιαστή Τζον Μάρτσι, ενώ αργότερα εργάστηκε στο γραφείο του Ρεπουμπλικανού κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Τζορτζ Πατάκι. Στη συνέχεια πέρασε στον ενεργειακό τομέα, αναλαμβάνοντας καθήκοντα δημοσίων σχέσεων στην εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας Consolidated Edison.

Το 2010 εξελέγη για πρώτη φορά στην Πολιτειακή Συνέλευση της Νέας Υόρκης, όπου παρέμεινε για πέντε συνεχόμενες θητείες, μέχρι το 2020. Κατά τη διάρκεια της πολιτικής της παρουσίας εκεί, επικεντρώθηκε σε θέματα φορολογίας, μεταφορών, δημόσιας διοίκησης και διαφάνειας.

Άσκησε έντονη κριτική στον πρώην πρόεδρο της Πολιτειακής Συνέλευσης, Σέλντον Σίλβερ, ο οποίος καταδικάστηκε για υποθέσεις διαφθοράς, ενώ προώθησε πρωτοβουλίες για τη δημοσιοποίηση των συνεδριάσεων και των ψηφοφοριών των κοινοβουλευτικών επιτροπών. Παράλληλα, συμμετείχε στις προσπάθειες αποκατάστασης των ζημιών που προκάλεσε ο τυφώνας Σάντι το 2012, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις παράκτιες περιοχές του Στάτεν Άιλαντ.

Το 2017 διεκδίκησε το αξίωμα της δημάρχου της Νέας Υόρκης με το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, αντιμετωπίζοντας τον τότε δήμαρχο Μπιλ ντε Μπλάζιο. Παρότι ηττήθηκε, συγκεντρώνοντας περίπου 28% έναντι 66% του Δημοκρατικού αντιπάλου της, στο Στάτεν Άιλαντ εξασφάλισε περίπου το 70% των ψήφων. Η συγκεκριμένη αναμέτρηση ενίσχυσε σημαντικά την αναγνωρισιμότητά της και την ανέδειξε σε ένα από τα πιο προβεβλημένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών στην πόλη.

Η σκληρή κριτική στην Τουρκία και το ζήτημα των F-35

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θέσεις της για την Τουρκία, κυρίως λόγω της πολιτικής της εγγύτητας με τον Ντόναλντ Τραμπ και της επιρροής της στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Σε συνέντευξή της στην «Καθημερινή», στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, η Ελληνοαμερικανίδα βουλευτής εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις για το ενδεχόμενο επανένταξης της Άγκυρας στο αμερικανικό πρόγραμμα μαχητικών F-35.

«Η Τουρκία είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ στα χαρτιά, όμως υπό τον Ερντογάν συχνά ενεργεί ως αντίπαλος άλλων μελών του ΝΑΤΟ και χωρών της περιοχής», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στο πλαίσιο της τοποθέτησής της, αναφέρθηκε στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν, στη στάση της απέναντι στο Ισραήλ, καθώς και στις καταγγελίες για τη φιλοξενία ηγετικών στελεχών της Χαμάς.

Παράλληλα, καταδίκασε την τουρκική κατοχή στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και τις υπερπτήσεις τουρκικών στρατιωτικών αεροσκαφών πάνω από ελληνικά νησιά, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ενέργειες εναντίον μιας άλλης χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ.

Κατά την ίδια, η στάση της Άγκυρας δεν δικαιολογεί την παραχώρηση των πλέον προηγμένων αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση Τραμπ ενδέχεται να έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε συμφωνία για τα F-35 ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του Κογκρέσου.

Όπως εξήγησε, οι βουλευτές μπορούν να ασκήσουν πολιτική πίεση και να εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι θα καταφέρουν να αποτρέψουν μια τέτοια απόφαση.

Με πληροφορίες από 24news

NEWS: Τελευταία Ενημέρωση