ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: maxi oversized φόρεμα, κόκκινη ζώνη στην μέση και ασορτί kitty heels
 

Τελικά, η πειρατεία σκότωσε τη μουσική;

Νάκης Αντωνίου

Νάκης Αντωνίου

Μια ατάκα που είχε καταντήσει τσίχλα πριν δεκαπέντε χρόνια και κάθε τόσο κάνει comeback, μου δημιούργησε την απορία. Τι θα γινόταν αν η παράνομη διανομή μουσικής δεν ήταν ποτέ θέμα και πώς αυτή οδήγησε στην εξέλιξη των τρόπων που αναπαράγεται η μουσική σήμερα;


Τα top 100 τραγούδια της δεκαετίας του 2000, επειδή είναι τέλεια.

Μια φορά και έναν καιρό, η Britney Spears και η Christina Aguilera ξεκίνησαν να απασχολούν τα ραδιόφωνα και ο Santana έκανε χαμό με το «Smooth», οι Spice Girls προσπάθησαν να λειτουργήσουν σαν τετράδα, το playlist περιλάμβανε σίγουρα Savage Garden,*NSYNC, Backstreet Boys και η Δέσποινα Βανδή φώναξε «Υποφέρω», η Άννα Βίσση έβγαλε «Κραυγή» και τραγούδησε με την Καιτούλα τη Γαρμπή, ο Αντώνης Ρέμος σάρωσε με τον Γιώργο Θεοφάνους και τον δίσκο «Καρδιά μου μην ανησυχείς», ο Μαζωνάκης εξύμνησε το «Gucci Φόρεμα», χόρεψες σίγουρα ONE και «Gimme» και ήξερες τι ζητούσες μαζί με τις Hi-5. Όλα αυτά έγιναν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και με μια τόσο σύντομη ανασκόπηση είναι ξεκάθαρο πως η μουσική τότε ήταν ο αέρας που αναπνέαμε. Η Έλενα Παπαρίζου ήταν το μισό των Antique πριν ξεκινήσει σόλο και ο Σάκης Ρουβάς πήγε Eurovision με το «Shake It». Αντιλαμβάνεστε για πόσο θριαμβευτικές εποχές μιλάμε, ναι; Πριν δεκαπέντε με είκοσι χρόνια, όταν η μουσική κυκλοφορούσε σχεδόν αποκλειστικά σε μορφή CD, ξεκίνησε ο κόσμος αναπόφευκτα να ψάχνει φθηνότερους τρόπους να ακούσει τραγούδια. Πόσα CD αυτών που ανέφερα αγόρασες από παράνομους πωλητές σ’ ένα ταξιδάκι στην Αθήνα και πόσα κατέβασες από το LimeWire, το Kazaa ή το Napster τότε που αυτά τα τρία προγράμματα και το είδος τους ήταν ό,τι καλύτερο ανακάλυψε ο άνθρωπος μετά τον τροχό; Το Napster στις αρχές του 2000 μετρούσε χρήστες που ξεπερνούσαν τα πενήντα εκατομμύρια. Το μόνο που ήθελαν όλοι αυτοί είναι δωρεάν μουσική, αγνοώντας πώς σιγά σιγά όλοι αυτοί συνέβαλαν στον αργό, σταδιακό θάνατο της μουσική. Είναι όμως πραγματικότητα το τόσο δράμα;


Kazaa είχες ή ήσουν τίποτα νόμιμος;  
 

Με αριθμούς
Κι επειδή τίποτα δεν έχει αξία μέχρι να μιλήσεις με αριθμούς, από το 2004 μέχρι το 2009, πάνω από τριάντα δισεκατομμύρια τραγούδια κατέβηκαν παράνομα με αποτέλεσμα η μουσική βιομηχανία να δει μείωση εσόδων κατά δωδεκάμισι δισεκατομμύρια μέχρι το 2012, και να «κόψει» 71 χιλιάδες εργαζομένους από διάφορες θέσεις γιατί αδυνατούσαν να πληρώνουν μεγάλους αριθμούς προσωπικού (κι αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα). Ακόμα και οι πιο αναγνωρισμένοι καλλιτέχνες είδαν τις πωλήσεις τους να πέφτουν κατακόρυφα. Εξαίρεση σ’ αυτό ήταν η Norah Jones που, παρόλο που εισέβαλε στη μουσική βιομηχανία το 2002 με το ντεμπούτο της, όταν η πειρατεία άκμαζε, και παρότι οι πωλήσεις της έπεφταν κατακόρυφα, κατάφερε να γίνει πλατινένιο μέχρι το τέλος της χρονιάς και στην πορεία να πουλήσει πάνω από δέκα εκατομμύρια αντίτυπα και να θεωρείται αυτό με τις μεγαλύτερες πωλήσεις της χρονιάς (με συνολικές πωλήσεις που ξεπερνούσαν τα δεκαπέντε εκατομμύρια). Ωστόσο, όπως είπα και πριν, αυτό ήταν εξαίρεση, και οι δισκογραφικές εμπιστεύονταν ανερχόμενους καλλιτέχνες όλο και λιγότερο. Συγκριτικά, να πω πως το αντίστοιχο της Norah Jones για το 2018 ήταν το soundtrack της ταινίας «The Greatest Showman» με τριάμισι εκατομμύρια - αξιοσημείωτη πτώση στον αριθμό. Eξαίρεση σ’ αυτό αποτελεί η Adele της οποίας το δεύτερο album, το «21», ήταν best selling για δύο συνεχόμενες χρονιές (το 2011 και το 2012) με συνολικές πωλήσεις που ξεπερνούσαν τα 25 εκατομμύρια, και ξανά το 2015 με το «25» με πωλήσεις που άγγιζαν τα 18 εκατομμύρια. Το 2010 το πιο ευπώλητο άλμπουμ ήταν το «Recovery» του Eminem με μόλις 5.7 εκατομμύρια και το αμέσως επόμενο του «25» το «Lemonade» της Beyoncé με μόλις δυόμισι εκατομμύρια. Σίγουρα θα έχεις προσέξει, κυρίως στην Ελλάδα, πως πλέον σπάνια κυκλοφορούν ολοκληρωμένα άλμπουμ οι τραγουδιστές. Αντί αυτού, προτιμούν να επενδύουν σε διάσπαρτα singles. Με άλλα λόγια οι εταιρείες ποντάρουν σε καλλιτέχνες τους οποίους η επιτυχία είναι εγγυημένη, αλλά ούτε αυτές την έχουν καλά. Ένας καλλιτέχνης πληρώνεται συμβολικά πριν την κυκλοφορία ενός άλμπουμ με τα μεγάλα κέρδη να έρχονται κυρίως μετά, αναλόγως των πωλήσεων. Αν οι πωλήσεις δεν είναι επαρκείς, τότε δεν είναι ούτε τα χρήματα που παίρνουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τα δικαιώματα του κάθε τραγουδιού, ή αλλιώς «ο λόγος που η Taylor Swift έκανε δύο αιώνες να βάλει τραγούδια της στο Spotify» και ο λόγος που ο Jay-Z με τους άπειρους, διάσημους φίλους του λάνσαραν τη μουσική πλατφόρμα Tidal. Παρότι απέτυχε, υποσχόταν να πληρώνει τα ανάλογα δικαιώματα που αναλογούν σε ένα καλλιτέχνη με κάθε stream τραγουδιού. Δεν είμαι σίγουρος τι θα γινόταν αν η πειρατεία δεν ήταν ποτέ ζήτημα. Ξέρω όμως πως εξαιτίας της, οι δισκογραφικές αναγκάστηκαν να εξελιχτούν.

Στην εποχή του Spotify
Το 2006, που λέτε, όσο ο κόσμος έδινε στο LimeWire την ψυχή του για το τελευταίο χιτ του Ρουβά (το «Όλα γύρω σου γυρίζουν» δηλαδή),  κάπου στη Στοκχόλμη ο Daniel Ek και ο Martin Lorentzon ίδρυαν κάτι νέο. Το 2008 ζούσαμε την ένδοξη εποχή των Pussycat Dolls, του ντεμπούτου της Katy Perry και της Καλομοίρας στην Eurovision, αλλά αυτά μέχρι το τέλος της χρονιάς δεν τα κατεβάζαμε παράνομα. Από τις 7 Οκτωβρίου 2008, ο κόσμος πλέον μπορούσε να τα βρει online, σε μια ολοκαίνουργια πλατφόρμα streaming, το Spotify. Εκείνη τη χρονιά το «Human» των The Killers ήταν το τραγούδι με τα περισσότερα streams και πλέον η μουσική βιομηχανία άλλαξε πορεία. Ο χρήστης είχε πρόσβαση σε πάνω από 50 εκατομμύρια τραγούδια και τη δυνατότητα να δημιουργεί τα δικά του playlist και, μέχρι τον Ιούλιο του 2019, η πλατφόρμα μετρούσε 232 εκατομμύρια ενεργούς μηνιαίους χρήστες, συμπεριλαμβανομένων 108 εκατομμυρίων συνδρομητών. Αυτό δεν σημαίνει πως η παράνομη διανομή και αναπαραγωγή μουσικής εξαλείφτηκε. Το 2013 το άλμπουμ «Nothing was the Same» του Drake έγινε αυτό με τα περισσότερα παράνομα downloads όλων των εποχών, που σημαίνει πως η πειρατεία καλά κρατεί, αλλά έχει μειωθεί. Ωστόσο, πάντα γίνονταν προσπάθειες να περιοριστεί, αν όχι να σταματήσει. Σιγά σιγά τα προγράμματα σαν το LimeWire γέμισαν ιούς ή spam, οι host ιστοσελίδες (εκεί όπου ανέβαιναν τραγούδια για να τα κατεβάσει κάποιος) απενεργοποιήθηκαν η μία μετά την άλλη και τα blogs που φιλοξενούσαν τέτοια sites θέλοντας και μη περιορίστηκαν. Ο κόσμος ως επί το πλείστον προτιμά να πληρώνει συνδρομή σε πλατφόρμες όπως το Spotify παρά να μπαίνει στον κόπο να ψάχνει πειρατικά, γιατί πλέον είναι πιο εύκολο. Αυτό είναι το καλό της υπόθεσης. Έρευνες απέδειξαν πως ο αριθμός των ανθρώπων στη Μεγάλη Βρετανία που κατεβάζει παράνομα μουσική μειώθηκε από 18% σε 10%. Το 63% των ανθρώπων που κάποτε κατέβαζαν παράνομα πλέον έχουν «μετακομίσει» στις πλατφόρμες streaming. Ωστόσο, όσα προκλήθηκαν από την παράνομη διανομή μουσικής έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή της και συνεχίζει να επηρεάζει.

Ο κόσμος πλέον επενδύει σε συναυλίες και singles που του κεντρίζουν το ενδιαφέρον παρά σε ένα ολοκληρωμένο έργο


Το 2013 το άλμπουμ «Nothing was the Same» του Drake έγινε αυτό με τα περισσότερα παράνομα downloads όλων των εποχών.

Ένα βήμα παραπέρα
Πίσω στο 2014, η Taylor Swift απέσυρε όλα τα τραγούδια της από το Spotify, μιας και η πλατφόρμα προωθούσε έμμεσα τη δωρεάν χρήση, με ενισχυμένες διαφημίσεις. «Η μουσική δεν θα έπρεπε να είναι δωρεάν» έλεγε κι αυτή τη θεωρία συμμερίζονται καλλιτέχνες όπως ο Thom York, των Radiohead. Στην πορεία η Swift επέστρεψε στην μουσική πλατφόρμα όταν μειώθηκαν οι δωρεάν παροχές. Από την άλλη, ο Jay-Z λάνσαρε τη μουσική πλατφόρμα Tidal και παρά τα όσα της καταλογίζουν, ή το αν τη θεωρώ καλή ή όχι, ήταν και είναι η πρώτη που ιδρύθηκε από καλλιτέχνες και όχι από επιχειρηματίες. Στην επίσημη παρουσίαση του το 2015, ο Jay-Z καλωσόρισε στη σκηνή μια πλειάδα από καλλιτέχνες (Beyoncé, Kanye West, Rihanna, Daft Punk, Madonna κ.ά) συστήνοντάς τους ως «συνιδιοκτήτες», εννοώντας πως πλέον τα δικαιώματα των τραγουδιών θα κατανέμονται όπως τους αξίζει. To σημαντικό όμως είναι πως το Tidal πληρώνει τους καλλιτέχνες δικαιώματα από το streaming, που είναι μέχρι και τριπλάσια απ’ αυτά του Spotify. Πλέον το streaming μοιάζει να είναι το μέλλον, με τις δισκογραφικές να παράγουν όλο και λιγότερα φυσικά CDs, τα online stores (βλέπε iTunes) να ακμάζουν ακόμα και οι καλλιτέχνες τις περισσότερες φορές να επενδύουν περισσότερο σε αναλώσιμες επιτυχίες που θα φέρουν χρήματα, παρά σε ολοκληρωμένα άλμπουμ που έχουν ουσία και κάτι να πουν.

Συμπερασματικά
Αν πάμε ξανά πίσω στις αρχές του 2000 και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας αυτής, αν η πειρατεία δεν ήταν ποτέ ζήτημα, η μουσική θα κυκλοφορούσε ελεύθερα αλλά όχι δωρεάν. Σήμερα ίσως οι καλλιτέχνες κυκλοφορούσαν CDs (φυσικά ή ψηφιακά) ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Δεν θα κρίνονταν όλα από την επιτυχία των singles και δεν θα βλέπαμε μόνο τα μεγάλα ονόματα να εξελίσσουν τη δισκογραφία τους. Πιθανότατα να υπήρχαν ακόμα όλες οι δισκογραφικές σε Ελλάδα και εξωτερικό και να ήταν πιο εύκολο για νέους καλλιτέχνες να αναδειχτούν. Μπορούμε να πούμε πως η ανάγκη για επιτυχία έκανε τους καλλιτέχνες να αναλώνονται σε εμπορικά χιτ που αύριο δεν θα θυμάται κανένας, αλλά σήμερα σαρώνουν στα charts και στα ραδιόφωνα. Η πειρατεία δεν σκότωσε τη μουσική όμως. Την ώθησε να εξελιχτεί λίγο πιο γρήγορα απ’ ό,τι θα το έκανε, σε μια προσπάθεια να συνεχίσει να ζει τους καλλιτέχνες της παρά το ότι στην πορεία είδε τα μεγαλύτερα ονόματα της να «εξευτελίζονται». Ακόμα και η Madonna έπεσε στις ανάγκες τις εμπορικής επιτυχίας, πράγμα ξεκάθαρο από το «Hard Candy» του 2008, που ήταν ό,τι πιο εμπορικό και αδιάφορο κυκλοφόρησε η πάλαι ποτέ βασίλισσα της pop. Τώρα που η μουσική βιομηχανία συνήλθε κάπως με το streaming, επέστρεψε και η Madge στα πιο ψαγμένα. Η ανάγκη όμως τόσο των καλλιτεχνών όσο και των δισκογραφικών να επιβιώσουν οδήγησε στο να δίνεται περισσότερη έμφαση στις περιοδείες και στις συναυλίες. Σε καμία περίπτωση ποτέ δεν επηρεάστηκαν οι συναυλίες, γιατί αυτό που σου προσφέρουν είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Για παράδειγμα, η Swift μέχρι πρόσφατα απείχε από το Spotify, αλλά το 2015 μόνο είχε έσοδα άνω των 200 εκατομμυρίων δολαρίων αποκλειστικά και μόνο από συναυλίες. Η περιοδεία «U2 360» των U2 ξεκίνησε το 2009 και είναι δεύτερη στη λίστα με τις συναυλίες με τα μεγαλύτερα έσοδα όλων των εποχών, παρόλο που το άλμπουμ που προωθούσε, το «No Line in the horizon», δεν είχε την ανάλογη επιτυχία. Όσο οι νεαρότεροι καλλιτέχνες καταφεύγουν σε άλλες πλατφόρμες για να διαδώσουν τη μουσική τους (βλέπε bandcamp κτλ.), οι καθιερωμένοι σταρ αναζητούν νέους τρόπους να κάνουν πωλήσεις. Όλοι οι μουσικόφιλοι θυμόμαστε τι κάναμε όταν η Beyoncé κυκλοφόρησε απρόσμενα το ομότιτλο άλμπουμ της το 2013, χωρίς καμιά προώθηση ή ανακοίνωση να προηγείται. Ο Kanye West πλέον κυκλοφορεί ψηφιακά άλμπουμ όποτε θέλει και με όσα τραγούδια του κάνει κέφι. Όπως είπε εύστοχα η Charli XCX, η εξέλιξη της μουσικής πλέον έχει δώσει κίνητρο στους καλλιτέχνες να δοκιμάζουν τα νερά πριν κυκλοφορήσουν κάτι. Η ίδια ακολουθεί αυτή την τακτική με διάφορα δοκιμαστικά τραγούδια (τα λεγόμενα buzz singles) που σκοπό έχουν να μαζέψουν αντιδράσεις από τον κόσμο. Ακόμα και η Billie Eilish -ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του 2019- ακολουθεί αυτή την τακτική, παρόλο που η δική της επιτυχία είναι σχεδόν δεδομένη. Αυτό ονομάζεται «στρατηγική waterfall». Όλα αυτά, μπορούμε να πούμε πως ήρθαν όταν η μουσική βιομηχανία ξεκίνησε να αναζητά νέους τρόπους προώθησης. Ο κόσμος πλέον επενδύει σε συναυλίες και singles που του κεντρίζουν το ενδιαφέρον παρά σε ένα ολοκληρωμένο έργο, γι’ αυτό ακμάζει το Spotify και τα ψηφιακά μουσικά καταστήματα όσο οι πωλήσεις συνεχίζουν να μειώνονται. Το ενδιαφέρον για τη μουσική όμως εξακολουθεί να υπάρχει και η μουσική πάντα θα είναι σημαντικός παράγοντας στη ζωή μας, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό. Άρα, για να κόβουμε δρόμο, η πειρατεία εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, άκμαζε παράλληλα με τις πωλήσεις των αυθεντικών CDs και έφτασε στο peak μετά από την κατακόρυφη πτώση των πωλήσεων. Αυτή η πτώση έφερε την ανάπτυξη και ακόμα πασχίζει να σταθεί ξανά στα πόδια της.

Θα σε αφήσω με ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια των early 2000s, γιατί ήταν μεγάλο το κείμενο και το αξίζεις. 

Nάκης Αντωνίου: Τελευταία Ενημέρωση