ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: denim mini φούστα, λινό πουκάμισο και sliders
 

Ένα φωτεινό παράδειγμα


Το editorial του Δημήτρη Λοττίδη για το τεύχος Νοεμβρίου.

Δημήτρης Λοττίδης

Δημήτρης Λοττίδης

Όταν βγεις έξω, φας, πιείς, γελάσεις, νταουνιαστείς ή ακόμη κτυπηθείς σαν φραπέ στον χορό, πάντα έρχεται η επόμενη μέρα. Αυτή που θα έχεις πονοκέφαλο, τα πόδια σου δεν θα σε σώνουν, το στομάχι σου θα το νιώθεις σαν πλυντήριο. Το after effect της διασκέδασης και του ξεδόματος είναι η ανασύνταξη και η μιζέρια. Ενώ τα βασικά σου δεδομένα είναι θετικά (δεν βγαίνεις να διασκεδάσεις αν δεν έχεις λεφτά και διάθεση), πρόσκαιρα την επομένη είσαι σ’ ένα μουρμουρητό για το τι έκανες το προηγούμενο βράδυ και γιατί το έκανες. Κάπως έτσι νιώθω και είναι και το κλίμα στη Λευκωσία αυτή τη στιγμή. Και δεν εννοώ τη μεσαία τάξη, η οποία κάνει πλέον όνειρα για μια καλύτερη ζωή, σχεδιάζει ταξίδια στο εξωτερικό και μαζεύει χρήματα για να αλλάξει αυτοκίνητο ή να αγοράσει εκείνο το ακριβό κινητό στον μεγάλο της γιο ή κόρη. Αναφέρομαι στη μιζέρια και το hangover που κυριαρχεί στην άρχουσα τάξη της Λευκωσίας. «Τα πράγματα δεν πάνε καλά», το ακούς παντού. Στους επιχειρηματίες, στους δημοσιογράφους, στους λογιστές, στους μεγαλοτραπεζίτες, στις μπουτιξούδες, στα καφέ των latte και των muffins.


Ψάχνω να καταλάβω γιατί «δεν πάμε καλά». Από πού προέρχεται αυτή η αυθόρμητη μιζέρια και ομφαλοσκόπηση. Όταν ρωτώ τον επιχειρηματία ή πολιτικό που εκφράζεται πως τα πράγματα δεν πάνε καλά, αν ο ίδιος «πάει καλά», η απάντηση είναι άμεση και αποφασιστική: «Εμείς πάμε καλά, η χώρα είναι που δεν πάει». Πώς γίνεται όμως αυτό; Πώς γίνεται τα ρούχα να πουλιούνται από τα ράφια, τα αυτοκίνητα να ανανεώνονται στα γκαράζ των σπιτιών, οι ανακαινίσεις να πάνε σφαίρα, η ανεργία να έχει πέσει στο 6% και κάτι και η χώρα να μην πηγαίνει καλά; Ο Αρμαγεδδών του Συνεργατισμού δεν ήρθε ποτέ, οι τραπεζικοί που αποχωρούν φορτώνονται με 200 χιλιάδες τσεκ, γιατί όμως εμείς δεν «πάμε καλά»; Σίγουρα δεν τρώμε με δανεικά και αγύριστα, όπως τη δεκαετία του 2000 και σίγουρα δεν έχουμε τη φούσκα του χρηματιστηρίου όπου όλοι νιώθουν εκατομμυριούχοι στα χαρτιά.

Από πού ξεκινά όμως το αίσθημα της μιζέριας; Για να απαντηθεί αυτό θα πρέπει να ρωτήσεις αν νιώθουν το ίδιο και οι Λεμεσιανοί. Εκεί τα πράγματα είναι ακριβώς ανάποδα από τη Λευκωσία. Η μεσαία τάξη της πρωτεύυσας έχει βάσιμα παράπονα πως ψάχνει για σπίτι και της ζητούν 700 ευρώ το μονάρι και πως ζει σε μια πόλη με τιμές Ελβετίας και μισθούς νότιας Ευρώπης. Στην αντίπερα όχθη, η άρχουσα τάξη της Λεμεσού ζει το όνειρό της: πάρτι, ακριβά αυτοκίνητα, ταξίδια και ευρώ που βρέχει ο ουρανός, στην κυριολεξία. Έχουμε καταντήσει μια χώρα, η Λεμεσός και οι άλλοι. Και εδώ είναι και η εξήγηση για τη μουρμούρα της Λευκωσίας. Στη Λευκωσία πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και επιχειρηματίες νιώθουν αποκλεισμένοι από το πάρτι της Λεμεσού και αναγκάζονται να παλεύουν σε μια συμβατική οικονομία, ενώ οι άλλοι ζουν σε μια οικονομία on steroids.

Την ίδια ώρα, ξυπνούν και βλέπουν καθημερινά την τουρκική σημαία (μεγάλη διαφορά από τις πόλεις που δεν τη βλέπουν), ενώ το Γιαβούζ και ο Πορθητής σεργιανίζουν στην ΑΟΖ αποκαλύπτοντας πως το όνειρο να γίνουμε σεΐχηδες ήταν πολιτική απάτη. Αν σε αυτά προσθέσεις και το γαρνίρισμα της αμετροέπειας αυτών που επωφελούνται από τα διαβατήρια και τους πύργους, που προκαλούν τους πολλούς με το ύφος και τον βίο τους, δημιουργείς το distortion reality field πως «δεν πάμε καλά». Γιατί η οικονομία πάει καλά, ο κόσμος περνά καλύτερα, ακόμη και ο πολιτισμός είναι στο φόρτε του. Στο Κυπριακό «τι είχες Γιάννη μου, τι είχα πάντα» με λίγο overplay από τον Πρόεδρο, ο οποίος νιώθω πως αππώθηκε λίγο από τους Ισραηλινούς και τον Μacron. Η ώρα της αλήθειας και εδώ όμως πλησιάζει

Ψάχνω να καταλάβω γιατί «δεν πάμε καλά». Από πού προέρχεται αυτή η αυθόρμητη μιζέρια και ομφαλοσκόπηση.

Μέσα σε όλα αυτά γίνονται πράγματα στη χώρα. Πανεπιστήμια φέρνουν ανάπτυξη, δεκάδες εκατομμύρια στέλνονται από την Ευρώπη σε κυπριακά ερευνητικά προγράμματα, ενώ ξεκινάει και το Μουσείο, το οποίο είναι game changer για τη δική μου αντίληψη. Σ’ αυτό το σημείο θέλω να αναφερθώ στους Κύπριους που μας κάνουν περήφανους στο εξωτερικό. Ταπεινά, χωρίς κομπασμούς. Κάποιες φορές ως νέοι στο διεθνές σκηνικό, άλλες ως σκαπανείς περηφάνιας και εξαγωγής πολιτισμού. Σ’ αυτό το τελευταίο, ας μου επιτραπεί η αυθόρμητη αναφορά προς έναν Κύπριο ταλαντούχο άνθρωπο, που με τη δουλειά του εξάγει και διαμορφώνει τη θετική κυπριακή εικόνα στην Ελλάδα, όπως και μέσω του τουρισμού της σε όλο τον κόσμο.

Ο Χριστόφορος Πέσκιας είναι ίσως ο κορυφαίος σύγχρονος σεφ στην Ελλάδα με διάρκεια δεκαετιών. Σε μια χώρα όπου η γαστρονομία τυγχάνει μεταχείρισης ως πολιτιστικό αγαθό, ο Χριστόφορος είναι ο Κύπριος που της έμαθε -with a twist- το κολοκάσι, τον κόλιαντρο, τα μαυρομάτικα (λουβιά) και τους κεφτέδες της μαμάς του από την Αμμόχωστο. Ένας σεφ που αγαπά τις κυπριακές πρώτες ύλες (ναι, αυτές που στην Κύπρο σνομπάρουμε) και που καθορίζει το μενού σε δεκάδες κορυφαία ελληνικά εστιατόρια, από τη Χαλκιδική μέχρι τη Μύκονο και το Κολωνάκι όπου είναι και η βάση του. Είναι ανιδιοτελής και άμεσος σε όποια κελεύσματα η πατρίδα του στέλνει για βοήθεια στην ανάπτυξη της κυπριακής γαστρονομίας, και έχω ιδία εμπειρία σ’ αυτό. Ταπεινός και ήσυχος, δεν επιζητά ποτέ την αναγνώριση, χωρίς εκπτώσεις σε θέματα φιλοσοφίας ζωής και αισθητικής προσέγγισης, είναι ο σημαντικότερος πρεσβευτής της κυπριακής γαστρονομίας στον έξω κόσμο. Τα γράφω αυτά μπας και τα διαβάσει κάποιος αρμόδιος, όχι για να τον βραβεύσει, αλλά για να τον εκμεταλλευτούμε στρατηγικά και θεσμικά στη διαμόρφωση της νέας κυπριακής κουζίνας. Ο Χριστόφορος είναι ένα κεφάλαιο προς αξιοποίηση από εμάς ως χώρα. Θα μπορούσε να ήταν ο δικός μας Gordon Rampsy, όπως ο τελευταίος άλλαξε τη γευστική κατεύθυνση της Μεγάλης Βρετανίας. Φτάνει να του το ζητήσουμε.

Δημήτρης Λοττίδης
demetris@sppmedia.com 
Twitter: @dlottides 

must έποψη: Τελευταία Ενημέρωση

Στη λάσπη

Στη λάσπη

Το editorial του Δημήτρη Λοττίδη για το τεύχος Μαϊου.
Δημήτρης Λοττίδης
 |  MUST ΕΠΟΨΗ
X