ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: λινό πουκάμισο, denim short και πέδιλα
 

Τα «Παράσιτα» των αισθήσεων

Η συγκεκριμένη ταινία ξεπερνά το πλαίσιο οποιουδήποτε κινηματογραφικού είδους

Μιχάλης Χριστοδούλου

Μιχάλης Χριστοδούλου

Κατάφερα επιτέλους να παρακολουθήσω μόλις χθες βράδυ αυτή την ταινία που έφερε τα πάνω κάτω διεθνώς, πήρε όλα τα βραβεία όπου κι αν συμμετείχε και συζητιέται όσο καμία άλλη αυτή την περίοδο. Εκεί που ήθελα να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, είδα μία από τις ωραιότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων και έφυγα από την αίθουσα με μία παγωμάρα.

Τα «Παράσιτα», του Μπονγκ Τζουν-Χο, που έγραψαν ιστορία πρόσφατα στα Όσκαρ ήρθαν για να μάθουν επιτέλους σε ένα ευρύτερο κοινό πως ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο Χόλυγουντ. Από την άλλη τα «Παράσιτα» έρχονται για να δηλώσουν πως ο κινηματογράφος δεν χωράει σε κατηγοριοποιήσεις με ταινίες ελαφριάς και βαριάς κουλτούρας και ότι το βαρύ δεν είναι κατ’ ανάγκη και ποιοτικό και το αντίθετο. Παράλληλα, μας συστήνει μία φρέσκια κινηματογραφική σχολή, αυτή της Νότιας Κορέας που αναμένεται τα επόμενα χρόνια όπως φαίνεται να μας απασχολήσει ακόμη περισσότερο.

Η συγκεκριμένη ταινία ξεπερνά το πλαίσιο οποιουδήποτε κινηματογραφικού είδους αφού στην πρώτη ώρα της είναι μία ξεκάθαρα μαύρη κωμωδία, που εισχωρεί στα πεδία του δράματος, γίνεται περιπέτεια, μεταπηδάει στο θρίλερ και ολοκληρώνεται προσγειώνοντάς σε ανώμαλα σε ένα άγνωστο πεδίο έτοιμο για διερεύνηση.

Τα «Παράσιτα» και χωρίς τα Όσκαρ εξακολουθούν να είναι ένα κινηματογραφικό αριστούργημα, ένα υπέροχο φιλμ που σε καταπίνει κυριολεκτικά, σου βομβαρδίζει τον εγκέφαλο και φεύγοντας από την αίθουσα σκέφτεσαι για ώρες τι στο διάολο ήταν αυτό που είδες.
Διάβασα πολλές αναλύσεις, κριτικές και σχόλια για τη Νοτιοκορεάτικη ταινία χωρίς να έχω καταφέρει να κατασταλάξω μέσα μου για αυτό το ευφυές κινηματογραφικό κατασκεύασμα που παρακολούθησα σε μία σχεδόν γεμάτη αίθουσα του Πάνθεον στη Λευκωσία. Ναι, τα Όσκαρ και το ιστορικό ρεκόρ που σημειώθηκε αφού πρόκειται για την πρώτη μη αγγλόφωνη ταινία που αποσπά το Όσκαρ Καλύτερης ταινίας της Αμερικανική Ακαδημίας Κινηματογράφου λειτούργησαν ως «κράχτες» αλλά αυτή η ταινία δεν μοιάζει με καμία άλλη που είδες.

Δύο οικογένειες, δύο κόσμοι, η κοινωνική ανισότητα και το χάσμα μεταξύ τους που μεγαλώνει με σαφείς αναφορές στη σύγχρονη, όπως διαφημίζεται, ακμάζουσα κοινωνία της Νότιας Κορέας όπου στην πραγματικότητα χωρίζεται σε εκείνους που ζουν σε μουχλιασμένα ημί-υπόγεια και αριστοκρατικές, μεταμοντέρνες, φουτουρτιστικές μονοκατοικίες. Η ταινία είναι γεμάτη με συμβολισμούς, στοιχεία τα οποία εντοπίζει και πιο αφελής, ίσως, θεατής. Αυτοί οι δύο κόσμοι συναντώνται και η πλοκή κορυφώνεται μέσα από καταστάσεις γέλιου, αγωνίας και έκπληξης. Ο Μπονγκ Τζουν – Χο με αριστοτεχνικό τρόπο κτίζει ένα απόλυτα εικαστικό σύμπαν μέσα στο οποίο εισχωρούν τα «παράσιτα» της κοινωνίας διεκδικώντας λιγάκι φως στον δικό τους κήπο.

Ένας από τους ωραιότερους συμβολισμούς και παραλληλισμούς της ταινίας είναι οι τζαμαρίες μέσα από τις οποίες παρακολουθούν τον έξω κόσμο οι δύο οικογένειες. Οι μεν φτωχοί παρακολουθούν το ζοφερό πρόσωπο μίας σύγχρονης πραγματικότητας από το βρώμικο ημί-υπόγειό τους με μεθυσμένους τύπους να ουρούν έξω στο δρόμο και οι δε πλούσιοι να απολαμβάνουν τον γεωμετρικά φτιαγμένο καταπράσινο κήπο τους, να τον λούζει το καθαρό φως καθισμένοι στον ντιζαϊνάτο καναπέ τους. Αυτή η δυαδικότητα και ο διαχωρισμός είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο ο Μπονγκ Τζουν – Χο οικοδομεί το κινηματογραφικό σύμπαν της πλοκής και της ταινίας του.

Μέσα σε αυτό το σύμπαν ο σκηνοθέτης σχεδόν εικαστικά δημιουργεί εικόνες και συναισθήματα που περνάει στο θεατή μα δεν μένει ως εκεί. Αντιλαμβάνομαι πως ο Μπονγκ Τζουν – Χο θέλει να εντείνει τις διαφορές αυτών των δύο κοινωνικών ομάδων προσπαθώντας να περάσει στα καρέ του και άλλες αισθήσεις με κυριότερη την όσφρηση. Η μυρωδιά των «παράσιτων» προβληματίζει ιδιαίτερα την ευημερούσα οικογένεια των πλουσίων την οποία εμμέσως χαρακτηρίζει ως την μυρωδιά των φτωχών. Μέσα σε αυτή την δήθεν ευημερούσα κοινωνία της Νότιας Κορέας που αναμφίβολα θα μπορούσε να είναι η ευημερούσα κοινωνίας οποιασδήποτε ευρωπαϊκής χώρας, ακόμη και της Κύπρου, σκιαγραφείται αριστοτεχνικά η ανισότητα της σημερινής ανθρωπότητας, των φτωχών και των πλουσίων, των παράσιτων και των αυτόνομων και η κατηγοριοποίηση των ανθρώπων αναλόγως της οικονομικής τους υπόστασης ακόμη και μυρωδιάς.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Μιχάλης Χριστοδούλου: Τελευταία Ενημέρωση

X