ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: pink suit, λευκά sneakers και oversized ασημένια τσάντα
 

Πράγματα δικά μου, αληθινά

Όταν πηγαίνω στο θέατρο, μου αρέσει για μερικά δευτερόλεπτα να παίρνω το βλέμμα μου από τη σκηνή και να παρατηρώ δεξιά κι αριστερά τον κόσμο.

Μιχάλης Χριστοδούλου

Μιχάλης Χριστοδούλου

Όταν πηγαίνω στο θέατρο, μου αρέσει για μερικά δευτερόλεπτα να παίρνω το βλέμμα μου από τη σκηνή και να παρατηρώ δεξιά κι αριστερά τον κόσμο. Έχω την περιέργεια να δω αν και οι υπόλοιπο αντιδρούν όπως εγώ, αν βαριούνται, αν νύσταξαν, αν είναι συγκινημένοι και τέλοσπαντων να διαβάσω με κάποιο τρόπο τις αντιδράσεις τους.

Συνήθως πέφτω μέσα. Αυτό που αισθάνομαι εγώ περνάει ως δια μαγείας και στους υπόλοιπους που βρίσκονται στην αίθουσα. Την περασμένη Κυριακή παρακολούθησα τη δεύτερη παραγωγή της Νέας Σκηνής του ΘΟΚ για την τρέχουσα σεζόν. Ένα έργο από την πολύ μακρινή μας Αυστραλία του Άντριου Μπόβελ με τίτλο «Πράγματα δικά μου, αληθινά» το οποίο γράφτηκε μόλις τέσσερα χρόνια πριν σε σκηνοθεσία της Μαρίας Κυριακού. Το έργο παρουσιάζει μία οικογένεια στην κλασική της μορφή, η οποία έχει ήδη μεγαλώσει τα τέσσερά της παιδιά, η μητέρα εργάζεται ως νοσοκόμα, ο πατέρας πήρε πρόωρη σύνταξη και ασχολείται με την περιποίηση του κήπου. Ενός κήπου από όπου πέρασαν οι ζωές όλων των μελών της οικογένειας, ευχάριστες, καθημερινές, απλές και δυσάρεστες.

Μία οικογένεια από την Αυστραλία που θα μπορούσε να είναι από την Κύπρο και το έργο να είχε γραφτεί χθες. Ο Μπόβελ ρίχνει τα τείχη της οικογένειας και ανοίγει τις πληγές της. Αποκαλύπτει όλα εκείνα που συνωθούνται και στοιβάζονται μέσα στο κάθε ένα μέλος της. Πάθη, έρωτες, απογοητεύσεις, παρανομίες όλα ξεσκεπάζονται μέσα από μία δίωρη, καλοδουλεμένη παράσταση με εξαιρετικές ερμηνείες και την Μαρία Κυριάκου να κεντάει και πάλι με την σκηνοθεσία της περνώντας άμεσα και αβίαστα όλα εκείνα που είχε στο μυαλό του ο Μπόβελ να περάσει στο θεατή.

Αυτή τη φορά δεν μπόρεσα να γυρίσω το κεφάλι μου να παρακολουθήσω το κοινό. Έμεινα κολλημένος στη σκηνή, ήθελα να ακούσω καθαρά κάθε λέξη και φράση που εκφερόταν από τα στόματα των ηθοποιών, να μην χάσω ούτε λέξη από αυτό το υπέροχο κείμενο. Χωρίς να είμαι Αυστραλός ένιωσα κομμάτι αυτής της οικογένειας. Ταυτίστηκα με αρκετές από τις στιγμές τους, τις εκφράσεις τους, τις σχέσεις τους με τους γονείς τους, τις δράσεις και αντιδράσεις τους.

Μία οικογένεια από την μακρινή Αυστραλία που ίσως να είναι και η δική μου, του γείτονα, της ξαδέρφης, της θείας μου. Αυτό κάνει το έργο οικουμενικό και τον Άντριου Μπόβελ σπουδαίο συγγραφέα. Το έργο μου κατέρριψε πολλά στερεότυπα και χαρακτηριστικά που είχα στο μυαλό μου για την κυπριακή οικογένεια που τελικά τα συναντάμε και στην άλλη άκρη του κόσμου, σίγουρα σε όλες τις χώρες του κόσμου. Η οικογένεια, οι δύο γονείς που φέρνουν στον κόσμο ένα παιδί που θέλουν να γίνει ο καθρέφτης τους, θέλουν να τους κάνει ευτυχισμένους, θέλουν να τους μοιάσει, να είναι αγαπητός, να τους κάνει περήφανους, να παντρευτεί, να κάνει παιδιά και να ζήσει ευτυχισμένος σε μία όμορφη οικογένεια όπως ακριβώς με τη δική τους. Κάνοντας ευτυχισμένους του γονείς του.

Η αλήθεια όμως δεν είναι αυτή, τουλάχιστον αυτή που φαίνεται αλλά βαθιά μέσα τις οι δομές της είναι εύθραυστες και έτοιμες να καταρρεύσουν. Και έρχονται στιγμές που καταρρέουν, η αλήθεια αποκαλύπτεται και δεν είναι τόσο ευχάριστη. Ο Μπόβελ παρουσιάζει τέσσερα αγαπημένα αδέλφια που το καθένα ακολουθεί κατά κάποιον τρόπο το δικό του δρόμο. Κι όμως ο δρόμος αυτός είναι κατευθυνόμενος από τους γονείς οι οποίοι έχοντας ως κύριο όπλο τους την γονική αγάπη κλείνουν τα παιδιά τους μέσα σε χρυσά κλουβιά, ανίκανα να εκφράσουν τις βαθιές επιθυμίες τους, αδύναμα να ακολουθήσουν τον δρόμο που πραγματικά επιθυμούν και να βρουν εκείνα τα δικά τους αληθινά πράγματα. Αυτή η αγάπη που παγιδεύει, σε κλείνει και σε απομονώνει στον εαυτό σου καταπιέζοντας τα όποια θέλω σου.

Τι είναι όμως η οικογένεια; Ο Μπόβελ το δηλώνει ευθαρσώς. Η οικογένεια είναι η ρίζα που όσο και να σε πληγώσει, όσο κι αν σε κακομάθει, όσο κι αν σε έχει θυμώσει πάντοτε θα επιστρέφεις ακόμα κι αν χρειαστεί να αφήσεις πίσω εκείνο που ονειρεύτηκες ή πίστεψες πως θα σε κάνει ευτυχισμένο. Πάντοτε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα επιστρέφεις, παγιδευμένος στην αγάπη.

Μιχάλης Χριστοδούλου: Τελευταία Ενημέρωση

X