ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: knit from head to toe σε απλό ροζ και ankle boots με ασημί λεπτομέρειες
 

Ο φίλος μου ο Λευτέρης

''Πάντα ήθελα να είχα έστω, λίγη από εκείνη την ανεξήγητη αφέλεια που αντιμετώπιζε τα πάντα ο φίλος μου ο Λευτέρης''

Μιχάλης Χριστοδούλου

Μιχάλης Χριστοδούλου

Πάντα ήθελα να είχα έστω, λίγη από εκείνη την ανεξήγητη αφέλεια που αντιμετώπιζε τα πάντα ο φίλος μου ο Λευτέρης. Μία παιδικότητα που έβλεπε τα πράγματα όπως ακριβώς ένα μικρό παιδάκι και η ζωή για εκείνον ήταν το παιχνίδι του.

Γνωριστήκαμε στα ανέμελα χρόνια του μεταπτυχιακού μου στα πολυαγαπημένα μου Ιωάννινα. Εκείνος Γιαννιώτης, παιδί μεταναστών, γεννημένος και μεγαλωμένος μέχρι τα 12 του στη Γερμανία. Μεγάλωσε κάπου ανάμεσα στα Γιάννενα, την Πρέβεζα και τη Λευκάδα όπου η οικογένεια του διατηρεί ένα χώρο εστίασης όπου ο Λευτέρης μέχρι και σήμερα τα καλοκαίρια δουλεύει εκεί. Γνωριστήκαμε σε μία φάση που εγώ έπρεπε να αρχίσω να σκέφτομαι να βάλω τη ζωή μου σε τάξη, τελειώνοντας πια το μεταπτυχιακό μου, κάπου εκεί κοντά στα 25, ενώ ο Λευτέρης μόλις στα 22 δεν ήθελε να σκεφτεί καθόλου τίποτα και κανένα παρά μόνο να απολαμβάνει την πλήρη «αταξία» της ζωής του.

Ο Λευτέρης είναι εκείνος ο φίλος με τον οποίο έχεις χαθεί, μπορεί να μιλάς μαζί του μία φορά τον μήνα ή ακόμα και τον χρόνο αλλά όταν τον συναντήσεις είναι λες και δεν έχει περάσει ούτε μια στιγμή. Έτσι εξελίχθηκε λοιπόν η σχέση μας. Εγώ ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, έφυγα από τα Ιωάννινα, ο Λευτέρης πήγε στρατό και έπειτα κατέβηκε για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα. Τα social media έκαναν τη σχέση αυτή πιο εύκολη αλλά καταφέρναμε κάθε δύο με τρία χρόνια να συναντιόμαστε πάντοτε στην Αθήνα.

Μέσω του Λευτέρη αντιλαμβανόμουν όλες εκείνες τις δυσκολίες και τον κυκεώνα μέσα στον οποίο είχε ριχθεί η Ελλάδα με την κρίση. Κατά διαστήματα που τον επισκεπτόμουν ο Λευτέρης δεν ήταν πια εκείνο το αφελές παιδί των 22 ετών αλλά ωρίμαζε με ένα περίεργο τρόπο, με την κρίση να πληγώνει τον ίδιο και όλη τη γενιά των 25 και κάτι στην Ελλάδα. Συνήθιζε να δουλεύει μεροκάματα σε καφετέριες, να νοικιάζει ένα μικρό στούντιο στα Εξάρχεια και να μαζεύει χρήματα τα καλοκαίρια δουλεύοντας στη Λευκάδα για να μπορέσει να ανταπεξέλθει τον χειμώνα. Έβλεπα πως στη ζωή του φίλου μου του Λευτέρη δεν υπήρχε καμία βεβαιότητα αλλά δεν το άκουσα ποτέ να παραπονεθεί για το παραμικρό. Τον θυμάμαι πάντοτε ανέμελο και με χιούμορ.

Τελευταία φορά τον επισκέφτηκα στην Αθήνα τον Μάιο του 2015. Δούλευε σε καφετέρια και είχε καταφέρει να βρει άλλη μία έξτρα δουλειά λόγω των γερμανικών που μιλάει άπταιστα. Τον είχα προσκαλέσει πολλές φορές στην Κύπρο αφού του είχα πει τόσα πολλά για την χώρα μου. Ένας από τους κυριότερους λόγους που τον κρατούσε μακριά ήταν ο φόβος του για το αεροπλάνο. Τα τελευταία πέντε χρόνια είχαμε ψιλοχαθεί. Λίγο η δική μου δουλειά, λίγο η δική του ζωή που άλλαζε αφού και ο ίδιος πλέον ήθελε να βάλει τα πράγματα σε μία τάξη, δεν μας επέτρεπε να έχουμε τη σχέση που είχαμε παλαιότερα.

Να όμως που η ζωή, η μοίρα, το κάρμα τα φέρνει έτσι που οι άνθρωποι που αξίζουν να βρίσκονται στη ζωή σου επιστρέφουν εκεί που δεν το περιμένεις. Αρχές του 2020, ο Λευτέρης με ενημερώνει πως έρχεται επιτέλους στην Κύπρο για μόνο δύο μέρες. Ο γάμος μίας πολύ καλής του φίλης ήταν η αιτία που τον έφερνε στη Λευκωσία και με αυτή την ευκαιρία θα συναντιόμασταν ξανά, πέντε χρόνια μετά. Στην συνάντησή μας νιώσαμε ακριβώς το ίδιο: σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Βρεθήκαμε μόλις για μερικές ώρες, που ήταν όμως αρκετές για να καταλάβω ότι μεγαλώνοντας οι προτεραιότητες μας αλλάζουν, οι άνθρωποι αφήνουν σε μια χαραμάδα τους μυαλού τους τη νεότητά τους και εκείνη η ακατέργαστη τρέλα των 20 και 25 ετών γίνεται η σοβαρότητα που λίγο πριν τα 40 αποκαλούμε ωριμότητα. Ο Λευτέρης λάτρεψε τη Λευκωσία. Μου μιλούσε εντυπωσιασμένος για το πόσο καθαρή πόλη είναι, πόσο ήρεμη είναι η ζωή μας εδώ, ότι άνετα θα μπορούσε να ζήσει στην Κύπρο, πόσο ωραίο αεροδρόμιο έχουμε, πόσο του άρεσε η Λάρνακα και δεν σταματούσε να μου επαναλαμβάνει το πόσο τυχερός είμαι που ζω στην Κύπρο.

Εκείνες τις μέρες, λίγο πριν την επανασύνδεση με τον Λευτέρη είχα τις μαύρες μου, τις πολύ μαύρες μου συν το αυχενικό μου. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη θολούρα, κάποτε χρειάζεται κάποιος να σε αρπάξει από τους ώμους και να σε ταρακουνήσει, να σου δώσει δυο χαστούκια, χωρίς να το ξέρει όμως, για επανέλθεις. Κάποιες φορές χρειάζεται κάποιος άλλος να σου επιστήσει την προσοχή για να καταλάβεις πόσο τυχερός είσαι στη ζωή.

Και αυτή η συνάντηση με τον φίλο Λευτέρη ήταν ξανά καθοριστική, διότι χωρίς να το ξέρει με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η ζωή μου είναι γεμάτη όμορφες στιγμές και ότι ζω σε μια πόλη που άλλοι θα εγκατέλειπαν τη δική τους για να έρθουν εδώ.

Δεν είναι όμως αυτό που έχει σημασία αλλά το ότι στη ζωή μας χρειαζόμαστε ανθρώπους που θα μας ανάψουν καμιά φορά εκείνη τη σβησμένη λάμπα που κουβαλάμε και θα μας φωτίσουν την πραγματικότητα που δεν μπορούσαμε να δούμε.

Καλή αντάμωση Λευτέρη…

Μιχάλης Χριστοδούλου: Τελευταία Ενημέρωση