ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: midi φούστα, λινό πουκάμισο και mules
 

Η θεία Ανδρούλα

Κάθε Αύγουστο σκέφτομαι τη θεία Ανδρούλα. Έμεινε πάντα μία ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Μιχάλης Χριστοδούλου

Μιχάλης Χριστοδούλου

Κάθε Αύγουστο σκέφτομαι τη θεία Ανδρούλα.

Το τρίτο από τα δέκα παιδιά της γιαγιάς Ελένης, το δεύτερο από τα κορίτσια. Πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια μεγάλωσε σε χρόνια δύσκολα, τότε που το σπίτι δεν είχε ρεύμα και οι γυναίκες έπλεναν τα ρούχα στις τσίγκινες λεκάνες. Η γιαγιά οδηγούσε τότε κάρο και ένα δυστύχημα της είχε κόψει το πόδι. Κατάφεραν και της το κόλλησαν ξανά αλλά δεν ήταν το ίδιο. Χήρα, με δέκα παιδιά πάλευε με τα καπνά, τις ελιές και τις χαρουπιές σε ένα μικρό χωριουδάκι της Καρπασίας, την Ταύρου, μισό αιώνα πριν για να ταίσει δέκα στόματα.

Δεν γνώρισα ποτέ τη θεία Αντρούλα. Μεγάλωσα όμως ακούγοντας γι’ αυτήν. Χωρίς να την έχω συνατήσει ποτέ την αγαπούσα. Δεν την άγγιξα, δεν άκουσα τη φωνή της, δεν ήξερα αν αγαπούσε ή όχι τη θάλασσα. Θυμάμαι, μόνο, πάντα την μορφή της κρεμασμένη στην ορθογώνια, απρόμαυρη φωτογραφία, με την επιχρυσωμένη, ξύλινη, σκαλιστή κορνίζα στο σαλόνι της γιαγιάς Ελένης στον συνοικισμό, στο δωμάτιο της μάνας μου, στα σπίτια των θείων μου. Η ίδια φωτογραφία. Οι ίδιες κουβέντες. Σαν εικόνισμα, με το καντήλι πάντα αναμμένο στο τραπέζι, με τα αναφιλητά της γιαγιάς, πότε με κατάρες για τους φονιάδες της κόρης της, πότε για τους υπαίτιους της εισβολής που έφεραν του Τούρκους, πότε με κλάμα για τον άδικο χαμό της. Της έλειπε, από όλους έλειπε η θεία Ανδρούλα...

Η θεία Ανδρούλα, εκείνο το 17χρονο κορίτσι της φωτογραφίας, αδελφή του πατέρα μου, με το αθώο βλέμμα, τα μεγάλα καμπυλωτά φρύδια, τα χυτά κατάμαυρα μαλλιά, τα έντονα ζυγωματικά, το γλυκό μειδίαμα, την κατάλευκη επιδερμίδα δεν ενηλικιώθηκε ποτέ, δεν πρόλαβε.

Έμεινε πάντα μία ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Την Τετάρτη 21 Αυγούστου, 1974, η γιαγιά Ελένη βίωνε τον τρόμο του πολέμου στο χωριό της και είχε κάτω από τις φτερούγες της τα επτά από τα δέκα της παιδιά. Ο Βασίλης, ο μεγάλος γιος, ήταν στρατιώτης στον πόλεμο ενώ ο Δημήτρης και ο Κόκος κατάφεραν να περάσουν στις ελεύθερες περιοχές. Εκείνες τις μέρες έγινε εκεχειρία. Εκείνο το βράδυ Τούρκοι στρατιώτες φτάνουν στο σπίτι της γιαγιάς Ελένης για να πειράξουν τις κόρες της. Τό ‘ξερε n μάνα. Όλοι τό ‘ξεραν. Γι’ αυτό είχαν ντύσει όλες τις κοπέλες του χωριού με ρούχα γεροντισσών και τις φύλαγαν καλά στα σπίτια. Θεριό n μάνα στάθηκε στην πόρτα να τους αντιμετωπίσει. Οι Τούρκοι προτάσσουν τα όπλα. Δεν κάμπτεται. Φωνάζει. Τους σπρώχνει μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής της. Κι έφυγαν οι στρατιώτες του τουρκικού στρατού μέσα στο σκοτάδι.

Την επόμενη μέρα ήταν Πέμπτη, 22 Αυγούστου. Πρωί. Τα γυναικόπαιδα τους χωριού είχαν μαζευτεί σε σπίτια. Η γιαγιά Ελένη με τα παιδιά της κατέφυγαν σε ένα δίπατο σπίτι του χωριού για να προστατευτούν. Τούρκοι στρατιώτες ξαναφανήκαν στο χωριό και κατά το μεσημέρι κάθε κίνηση νεκρώθηκε. Τότε ακούστηκαν φωνές. Τρεις στρατιώτες παραβίασαν την πόρτα. Η οικογένεια ήταν στο ανώι. Γάζωσαν τα πάντα με τ’ αυτόματα, για να ακινητοποιήσουν τη μάνα. Ανέβηκαν πάνω. Διάλεξαν τις τρεις μεγαλύτερες κόρες. Εκείνες κρέμονταν πάνω στη μάνα τους. Τη μεγάλη, τη Γιαννούλα την χτύπησαν κατά πρόσωπο με το όπλο. Η μικρότερη έβαλε τα κλάματα. Την Αντρούλα την είχε κλείσει n μάνα στα χέρια της. Την απέσπασαν με τη βία και την έριξαν κάτω, μπροστά στα μάτια της μάνας της και των έξι αδελφών της. «Τούτον το πράγμα δεν το δέχομαι, τούτον το πράγμα δεν το μπορώ, προτιμώ να πεθάνω· μάνα μου, αδερφές μου, βοηθάτε με», πάλευε το δεκαεφτάχρονο κορίτσι, χωρίς κανείς να μπορεί να κάνει τίποτε. Η γιαγιά Ελένη ούρλιαζε όπως περιγράφει στο ημερολόγιο που έγραφε εκείνα τα χρόνια η μεγαλύτερή της αδελφή, η Γιαννούλα.

Οι φωνές της μάνας δεν ήταν αρκετές. Τρεις σφαίρες στον κρόταφο ελευθέρωσαν την αγγελική ψυχή της Ανδρούλας. Το πάτωμα βάφτηκε κόκκινο. Η θεία Γιαννούλα σκέπασε με ένα άσπρο σεντόνι το άψυχο σώμα. Η ίδια θυμάται τα μακριά μαύρα μαλλιά της θείας Ανδρούλας να κρέμμονται από την χούφτα εκσκαφέα που κουβάλησε μετά το νεκρό της σώμα. Πήρε την σφουγγαρίστρα και καθάρισε το πάτωμα από τα αίματα. Η θεία Γιαννούλα δεν είχε ποτέ μακριά μαλλιά. Η θεία Ανδρούλα δολοφονήθηκε κατόπιν απόπειρας βιασμού της μπροστά στη μητέρα και τα αδέλφια της από Τούρκους στρατιώτες σε περίοδο εκεχειρίας. Ήταν ένα ακόμα έγκλημα πολέμου. Το πτώμα της δεν γνωρίζει κανείς που θάφτηκε. Η γιαγιά Ελένη δεν κήδεψε ποτέ την κόρη της, δεν την νεκροφίλησε. Με αυτό το μαράζι έφυγε από την ζωή. Η θεία Ανδρούλα θα παραμένει για πάντα εκείνο το γλυκό, δεκαεφτάχρονο κορίτσι της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, νεκρή πολέμου που δεν ενηλικιώθηκε ποτέ, που δεν την γνώρισα ποτέ.

Μιχάλης Χριστοδούλου: Τελευταία Ενημέρωση