ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: skinny jeans, φλοράλ μπλουζάκι και mules
 

Η Εσμέ και το διαχρονικό μήνυμα της αγάπης

Μέσα από αυτό το καθαρά νεοελληνικό θεατρικό είδος, σχεδόν ηθογραφικά παρουσιάζονται ήρωες της ελληνικής υπαίθρου, τα ήθη και έθιμα της ελληνικής επαρχίας και το δημοτικό τραγούδι.

Μιχάλης Χριστοδούλου

Μιχάλης Χριστοδούλου

Έπειτα από ένα δύσκολο θεατρικό χειμώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου η πανδημία κράτησε τα θέατρα για μεγάλο χρονικό διάστημα κλειστά, είτε κατά διαστήματα ανοιχτά, με γεμάτο μόλις το 50% της χωρητικότητας του εκάστοτε χώρου, επιστρέψαμε σε ένα πολύ ενιαφερον θεατρικό καλοκαίρι.

Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, όπως κάθε χρόνο σχεδόν, άνοιξε πρώτος το θεατρικό μας καλεντάρι, με την μία εκ των δύο μεγάλων καλοκαιρινών του παραγωγών, την “Εσμέ” να περιοδεύει εντός και εκτός Κύπρου σε ανοικτά θέατρα με μεγαλύτερη πλέον πληρότητα. Η πανδημία μας κράτησε πίσω από όλες τις εκφάνσεις και συνήθειες της ζωής μας απομακρύνοντάς μας και από τις θεατρικές αίθουσες. Αυτή η έλλειψη φαίνεται στην ανάγκη του κοινού να παρακολουθήσει πλέον παραστάσεις στα υπαίθρια θέατρα. Οι δύο παραγωγές του ΘΟΚ “Εσμέ” και “Αγαμέμνων”, οι πέντε παραγωγές που συμμετέχουν στο Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος που αρχίζει στις 2 Ιουλίου, οι παραστάσεις από την Ελλάδα, οι εγχώριες θερινές παραγωγές και τα Κύπρια θα μας κρατήσουν συντροφιά σε ένα πλούσιο θεατρικά καλοκαίρι και φθινόπωρο.

Η αρχή έγινε την προηγούμενη εβδομάδα με την πρεμιέρα της καλοκαιρινής παραγωγής του ΘΟΚ “Εσμέ” που ο κανονικός τίτλος του δραματικού ειδυλλίου με τα πατριωτικά στοιχεία του Σπύρου Περεσιάδη είναι “Εσμέ, η Τουρκοπούλα”.

Με αφορμή την συμπλήρωση των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, ο ΘΟΚ επιλέγει από την θεατρική φαρέτρα του νεοελληνικού θεάτρου ένα έργο, όχι και τόσο γνωστό στο ευρύ κοινό αλλά γεμάτο με ευαισθησία, πατριωτισμό, λυρισμό και όλα εκείνα τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά που συνθέτουν το πολύ ιδιαίτερο και ενδιαφέρον θεατρικό είδος του δραματικού ειδυλλίου. Ένα είδος που παρουσιάζεται στα 1881, με τον “Αγαπητικό της Βοσκοπούλας” του πρωτοπόρου Δημήτριου Κορομηλα. Ενα μεικτό θεατρικό είδος, σύγχρονο του κωμειδυλλίου, που προέρχεται από την συνισταμένη ιστορικών και αισθητικών δεδομένων, όπως το κίνημα της λαογραφίας, το ηθογραφικό διήγημα της γενιάς του ’80, ο δημοτικισμός και τα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα, τα ρεύματα της ευρωπαϊκής μουσικής, ο νατουραλισμός, σε συνδυασμό με τη συσσώρευση των επαρχιωτών στην Αθήνα εκείνης της εποχής και την έλειψη ταξικής συνείδησης του αστικού αυτού πληθυσμού.

Μέσα από αυτό το καθαρά νεοελληνικό θεατρικό είδος, σχεδόν ηθογραφικά παρουσιάζονται ήρωες της ελληνικής υπαίθρου, τα ήθη και έθιμα της ελληνικής επαρχίας και το δημοτικό τραγούδι που συγκινεί ιδιαίτερα το κοινό της εποχής και ειδικά τα λαϊκά στρώματα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά έργα του είδους είναι τα θεατρικά των Σπυρίδωνα Βασιλειάδη, Πανάγου Μελισσιώτη αλλά και του τυφλού επαρχιώτη Σπύρου Περεσιάδη (1854-1918) η θρυλική “Γκόλφω” και η “Εσμέ η Τουρκοπούλα” που γράφτηκε και ανέβηκε πρώτη φορά στις 22 Ιουνίου του 1896 στο Θέατρο Ποικιλιών, στην Αθήνα από το θίασο της βεντέτας-ηθοποιού εκείνης της εποχής Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου.

Η Μαρίνα Βρόντη σκηνοθετεί την παράσταση έχοντας στη διάθεσή της ένα σπουδαίο καστ παλαιών, νεότερων αλλά και νέων ηθοποιών ακολουθώντας μία ξεκάθαρη γραμμή. Έχοντας στη διάθεσή της ένα έργο που γράφτηκε πριν από 125 χρόνια σε ένα ιδιαίτερο υφολογικό πλαίσιο, σε έμμετρο δεκαπεντασύλλοβο στίχο με πολλούς ιδιωματισμούς και με μία πλοκή που περιστρέφεται γύρω από πατριωτικά ιδεώδη της εποχής, με ήρωες και πολεμιστές αναδεικνύει τον πυρήνα της ιστορίας τον απαγορευμένο έρωτα ενός Έλληνα και μίας Τουρκοπούλας που παραπέμπει έμμεσα στην ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Η σκηνοθέτης αφήνει πίσω τους ήρωες και τις ηρωϊδες και μας παρουσιάζει τους ανθρώπους, “ακούγοντας” όπως γράφει στο σημείωμά της “τα κρυμμένα που της ψιθύριζε ο συγγραφέας, που την έδωσε την άδεια να μιλήσει απλά για μεγάλα θέματα όπως αυτός ο μεγάλος έρωτας του Δρόσου και της Εσμέ. Η δύναμη της αγάπης που δεν βλέπει θρησκεία, χρώμα και καταγωγή. Το αίσθημα που γκρεμίζει τείχη και διφορές ξεπερνώντας εθνότητες και γλώσσα.

Κι όμως η ματιά της Μαρίνας Βρόντη καταφέρνει να ισορροπήσει αυτά τα στοιχεία του έργου, να το μεταφέρει σε μία σημερινή εκδοχή διατηρώντας εκείνη την μαγεία και τον λυρισμό του θεατρικού είδους του δραματικού ειδυλλίου με ιδιαίτερη έμφαση στον έρωτα.

Κι όμως, ένα έργο που γράφτηκε πριν από ένα αιώνα και βάλε καταφέρνει σήμερα να προκαλέσει συναισθήματα στον θεατή του 2021 ο οποίος ακολουθεί τα χνάρια της διαχρονίας του μεγαλείου μίας τέτοιας θεατρικής γλώσσας. Το έργο σήμερα δεν μας απασχολεί για τα ηθογραφικά και λαογραφικά τους στοιχεία τα οποία κατά κάποιο τρόπο πολύ ενορχηστρωμένα κρύβονται πίσω από το εξαιρετικό σκηνικό και τα κοστούμια του Γιώργου Γιάννου, τις ερμηνείες των ηθοποιών, την κινησιολογία της Χλόης Μελίδου και τις σπουδαίες μουσικές του εξαιρετικού Κώστα Κακογιάννη.

Γύρω από ένα πλάτανο, σε ένα χωριό των Καλαβρύτων κοντά στη μονή της Αγίας Λαύρας, λίγο πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση του 1821, δύο νεαρά παιδιά, ο Δρόσος και η Εσμέ, δίνουν όρκο αγάπης. Εμπόδιο στον όρκο αυτό είναι η καταγωγή τους. Ο Δρόσος είναι Έλληνας και η Εσμέ Τουρκοπούλα. Ο έρωτάς τους θα συναντήσει τη σθεναρή αντίσταση των δικών τους ανθρώπων και θα δοκιμάσει τα όριά του. Η Μαρίνα Βρόντη και οι συνεργάτες της αναδεικνύουν τη συγκίνηση, το χιούμορ και τον ιδιαίτερο ποιητικό λόγο ενός έργου που έχει ταυτιστεί με την ελληνική παράδοση, δίνοντας του σύγχρονη πνοή, μεταδίδοντας αυτό το διαχρονικό, ισχυρό μήνυμα της παντοτινής αγάπης.

Το καστ της παράστασης ήταν μία δροσιά όαση μέσα σε αυτή τη θεατρική νηνεμία της χρονιάς που ήρθε να μας ξυπνήσει καλοκαιριάτικα με φρέσκα πρόσωπα όπως η Χριστίνα Παπαδοπούλου στο ρόλο της Εσμέ δίπλα στον ευέλικτο Προκόπη Αγαθοκλέους, Βασίλη Χαραλάμπους, Δημήτρη Αντωνίου, Γρηγόρη Γεωργίου και τους παλαιότερους Ανδρέα Τσουρή, Χριστίνα Παυλίδου και Έρικα Μπεγιέτη.

Το έργο έδωσε μία σύγχρονη πνοή σε ένα ηθογραφικό, δραματικό ειδύλλιο του 1896 μέσα από τις υπέροχες μουσικές και τραγούδια του Κώστα Κακογιάννη, διαδίδοντας εκείνο το διαχρονικό μύνημα της αγάπης και του έρωτα, που είναι τυφλός, δεν βλέπει χρώμα, δεν ξέρει από θρησκείε και γλώσσες.

Μιχάλης Χριστοδούλου: Τελευταία Ενημέρωση