ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΦΟΡΑΜΕ: baby pink πλεκτό, skinny jeans και μαύρα ankle boots
 

Γκρινιάζοντας και το 2020

«Τελείωσαν και οι γιορτές», σκέφτεσαι, «μα τι κατάλαβα;», μονολογείς ενώ προσπαθείς να κατεβάσεις από το αυτοκίνητο μία εξάδα μπουκάλες νερού. Πόσο βάρος να σηκώσεις. Πόσα να αντέξεις. Ξεφυσάς. Σε σφίγγει και το παντελόνι. «Το παράκανα με το φαΐ» σκέφτεσαι και η γειτόνισσα περνάει από μπροστά σου, γυρνάς κάτω το κεφάλι, κάνεις πως δεν την βλέπεις.

Βαριέσαι και να χαμογελάσεις. Λένε πως έρχεται κακοκαιρία, ακραία καιρικά φαινόμενα και η αστυνομία εξέδωσε κίτρινη προειδοποίηση. «Όλο μαλακίες σε αυτή τη χώρα. Το να βρέχει, να φυσάει και να κάνει κρύο στην Κύπρο λέγεται κακοκαιρία. Σε άλλες χώρες είναι απλά χειμώνας».

Αποφασίζεις να κατέβεις από το αυτοκίνητο ενώ έξω φυσάει, ψιλοβρέχει και σε εκνευρίζει που αύριο επιστρέφεις στο γραφείο. «Λες τελικά να έρχεται όντως κακοκαιρία και καλύτερα είναι να κλειστείς μέσα για πάντα μέχρι να χάσεις τα 40 κιλά που πήρες τα τελευταία πέντε Χριστούγεννα;», συλλογιέσαι και αρπάζεις τα νερά από το πίσω κάθισμα. Και να τα «χρόνια πολλά», «καλή χρονιά», τα παγωμένα χαμόγελα και τα «πως πέρασες, που πήγες, τι έκανες, πού και τι έφαγες;». Καμιά φορά βαριέσαι και συ ο ίδιος τον εαυτό σου με την τόση γκρίνια.

Γκρίνια για τα κιλά, τα έξοδα, το αυτοκίνητο που χρειάζεται καινούργια λάστιχα, το σκύλο που πρέπει να πάει βόλτα, την καθαρίστρια που αποφάσισε να επιστρέψει στη χώρα της και θα σε αφήσει να πεθάνεις μες τη βρώμα και ότι πρέπει κάποιος να ξεστολίσει το σπίτι που φέτος αποφάσισες να το κάνεις λατέρνα, ντίσκο και μικρό Λονδίνο με χιλιάδες μικρά μικρά μπιχλιμπίδια που μαζεύουν σκόνη στα πιο δύσβατα σημεία και πρέπει να τα καθαρίσεις. Γκρίνια που χάλασε το καζανάκι, που το να βρεις υδραυλικό στη Λευκωσία μοιάζει παρόμοιο με την αναζήτηση του γαλάζιου διαμαντιού στις ζούγκλες της Αφρικής και θυμάσαι πως έχει να πληρώσεις κοινόχρηστα από τον Αύγουστο, μόλις βλέπεις μπροστά σου όλο χαρά τον διαχειριστή της πολυκατοικίας. «Άει στο διάολο» ψιθυρίζεις πίσω από τα δόντια αφού έχεις ανταλλάξει δυο ευχές. «Δεν έχουμε ζεστό νερό» σου λέει. «Σε εκδικείται», σκέφτεσαι. «Σου έχει κλείσει το ζεστό νερό να βρωμίσεις». «Έχουν σπάσει κάτι σωλήνες στον έβδομο και αύριο μάλλον θα φτιαχτούν». Τρομάζεις. «Αύριο;», απαντάς με ανεβασμένο τον τόνο της φωνής σου. Κουνάει καταφατικά το κεφάλι και φεύγει βιαστικά. «Χωρίς μπάνιο θα σε βρει το 2020 γαμώτο».

Σκόρπιες μετά-γιορτινές σκέψεις γκρίνιας, έρχονται στο μυαλό σου σαν τη συννεφιά που σκεπάζει σταδιακά τη Λευκωσία, σαν αυτή την κακοκαιρία που ολοένα έρχεται και δεν την βλέπει κανείς. Κοιτάς δεξιά, μετά αριστερά, περνάς απέναντι. «Γαμώτο ξέχασες το κινητό στο αυτοκίνητο και το τάπερ με το φαΐ της μάνας σου», μονολογείς και επιστρέφεις. «Ας μην φας για βράδυ», λες, «πρέπει κάτι να κάνεις επιτέλους πριν πάθεις κανά έμφραγμα». Κάθε Πρωτοχρονιά τα ίδια λες, κάθε πρώτη του χρόνου οι ίδιοι στόχοι. Να χάσεις κιλά, να περπατάς, να ξεκινήσεις γυμναστήριο, να αγαπήσεις τον εαυτό μου, να βάλεις λίγα λεφτά στην πάντα, να… να… να… Μαλακίες! Έρχεται η 7η Ιανουαρίου και τα ξεχνάς όλα ως διά μαγείας.

Πάλι κοιτάζεις δεξιά και αριστερά αλλά ψυχή δεν υπάρχει. Ευτυχώς! Ένα περιπολικό περνάει από μπροστά σου. Σταματάει. Δυο μπρουτάλ αστυνομικοί κατεβάζουν το παράθυρο, εύχονται καλή χρονιά και ρωτάνε αν είναι όλα καλά με ύφος αυστηρό και με ένα γελάκι ειρωνείας από πίσω. Βαριέσαι τη ζωή σου, θες να τους χώσεις μία μπουνιά. Χαμογελάς μηχανικά, σε χαιρετάνε και φεύγουν.

Περπατώντας προς το ασανσέρ, κουβαλώντας στο ένα χέρι τα νερά, στο άλλο το τάπερ σε μια σακούλα μπαίνεις στη διαδικασία του απολογισμού. «Τι έκανες το 2019, που δεν έκανες το 2018, το 2017, το 2016 και ούτω καθεξής». Ξέρεις, βαθιά μέσα σου πως είσαι τυχερός. Ναι! Εσύ! Τυχερός.

Και να σου εξηγήσω γιατί: Διότι και το 2015, και το 2016 και όλα τα χρόνια από τότε που γεννήθηκες έχεις δύο μάτια που βλέπουν καθαρά το φως της ημέρας κάθε πρωί που ξυπνάς και τα φώτα της πόλης τη νύχτα, λιγάκι θολά βέβαια πια λόγω της υπερμετρωπίας που απέκτησες τελευταία αλλά βλέπεις, μυρίζεσαι, περπατάς, πιάνεις, νιώθεις, αναπνέεις...

Ξέρεις πως μπορείς να πας σουπερμάρκετ να πάρεις γάλα, ψωμί, τυρί light και virginia ham, να κλείσεις εισιτήρια για το επόμενο του ταξίδι, να περπατήσεις μέχρι το πάρκο με τον σκύλο σου, να πάρεις ένα τηλέφωνο να ακούσεις δυο καλές κουβέντες από ένα φίλο, να κοιμηθείς στο ζεστό σου κρεββάτι το χειμώνα και στο φουλ air condition σου το καλοκαίρι αλλά πάντα θα σε σφίγγει το κουμπί του παντελονιού και θα σου σπάει τα νεύρα ο διαχειριστής και η βρύση που στάζει…

Η εξάδα σου έχει κόψει το χέρι, την κατεβάζεις για λίγο και περνάει μία άλλη γειτόνισσα με το σκυλάκι της. Λατρεύεις τα σκυλιά, πάντα τα λάτρευες αλλά το ανακάλυψες μόλις απέκτησες το δικό σου το οποίο σε περιμένει πως και πως πίσω από την πόρτα. Χαμογελάς, ναι εσύ, χαμογελάς στο σκυλάκι και φτάνεις ιδρωμένος λιγάκι στο ανσανσέρ. «Το κέρατό σου μέσα, βόδι έγινες. Ούτε 300 μέτρα δεν μπορείς να περπατήσεις πια».

Ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ. Σηκώνεις τα νερά από κάτω και μπαίνεις μέσα ενώ σκέφτεσαι πως απόψε δεν θα κάνεις μπάνιο και σε πιάνει τρέλα. Κλείνει η πόρτα. Πατάς το κουμπί. Ανεβαίνεις. Πάντα αυτό το ανέβασμα σε αυτό το σκουριασμένο ασανσέρ σου προκαλεί ζάλη. Ένας παράξενος θόρυβος ακούγεται. Ένα ντουπ και σκοτάδι. Καταριέσαι την ώρα και την στιγμή που ήρθες σε αυτή την πολυκατοικία, που έχει αυτό το ασανσέρ και αυτούς τους γείτονες. Ανάβεις το κινητό και πιάνεις τηλέφωνο τον διαχειριστή μέχρι που ακούς τη φωνή της γειτόνισσας που δεν ήθελες να χαιρετίσεις καν να σε καθησυχάζει πως όλα θα πάνε καλά.

Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και τα φώτα άναψαν. Όπως ακριβώς μετά την αλλαγή του χρόνου. Ανεβαίνεις στο 6ο και ανοίγει η πόρτα. Έξω σε περιμένει εγκάρδια με ένα μεγάλο χαμόγελο ο διαχειριστής. Σε καθησυχάζει πως ήταν μια μικρή διακοπής ρεύματος. Τρέμεις λιγάκι με όλο αυτό τον τρόμο και σε κτυπάει φιλικά στην πλάτη. «Όλα καλά;», σε ρωτά. Γνέφεις καταφατικά το κεφάλι και ανοίγει η πόρτα της σκάλας. Η κυριούλα του δεύτερου που δεν ήθελες να χαιρετίσεις έρχεται να δει αν είναι όλα καλά. Χαμογελά ικανοποιημένη και φεύγει.

«Θα έχουμε τελικά νερό ζεστό απόψε», σου λέει ο διαχειριστής και φωνές αγγέλων έρχονται στα αυτιά σου. «Τα καταφέραμε και το φτιάξαμε» σου λεει. Χαμογελάς. «Ζεστό μπανάκι», σκέφτεσαι και ηδονίζεσαι. Περπατάς προς την πόρτα και ακούς τα βιαστικά βήματα του σκύλου σου πίσω από την πόρτα. Ανοίγεις και πηδά όλο χαρά καταπάνω σου. Ζεστασιά, σπιτικό, καναπές, ηρεμία… «Κανένας άλλος δεν χαίρεται τόσο πολύ όταν σε βλέπει», ξανασκέφτεσαι.

Κλείνεις την πόρτα. Αφήνεις κάτω το βάρος της εξάδας. «Το 2020 πρέπει να αφήσω και το βάρος της γκρίνιας μου». Κλείνεις την πόρτα, κάθεσαι στον καναπέ και ο σκύλος πηδάει καταπάνω σου και σε πνίγει στα φιλιά. Κάπως έτσι ξεκίνησε για σένα και το 2020. Με γκρίνια…

Μιχάλης Χριστοδούλου: Τελευταία Ενημέρωση