MUST ΕΠΟΨΗ

Ο καιρός και τα γυρίσματα. Μία μεγάλη ευκαιρία


Ο καιρός και τα γυρίσματα. Μία μεγάλη ευκαιρία

Το editorial του Δημήτρη Λοττίδη για το τεύχος Μαρτίου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ήμουν ένας από τους «τολμηρούς» που επέλεξαν να σπουδάσουν στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για τους πιο παλιούς, θυμίζω πως ήταν η εποχή της κατάρρευσης του «Τσοβόλα δώσ’τα όλα», ένα deja vu αυτών που πέρασε η χώρα τα τελευταία χρόνια μετά το αντίστοιχο «λεφτά υπάρχουν» του Γιωργάκη Παπανδρέου. Το ότι στις μεγάλες οικονομικές καταστροφές της χώρας τις ατάκες που έμειναν στην ιστορία τις ξεστόμιζε πάντα ένας Παπανδρέου, αυτό είναι θέμα ενός άλλου κειμένου. Τότε που λέτε, η Ελλάδα ήταν σαν μια χώρα «λεπρών» για τους περισσότερους Λευκωσιάτες, οι οποίοι είχαν ακόμη νωπές τις μνήμες του πραξικοπήματος και του «η Κύπρος είναι μακριά» του Καραμανλή.

Όντως, η Ελλάδα το 1990 ήταν μια χώρα σε πλήρη παρακμή. Χωρίς τηλέφωνα, τράπεζες με επιτόκια 20%, χωρίς ΑΤΜ, χωρίς συγκοινωνίες, με καθημερινό highlight της καθημερινότητας το μέγεθος του νέφους που σκέπαζε σαν τέρας την Αθήνα. Τότε, λοιπόν, η Κύπρος ήταν όντως πολύ μακριά για τον μέσο Αθηναίο, σε σημείο που στο πρώτο μου έτος, λίγο πριν το Πάσχα, μία συμφοιτήτριά μου με ρώτησε αν θα πήγαινα στην Κύπρο με το... τρένο.

Την ίδια ώρα, η μπουρζουαζία της Λευκωσίας έβλεπε με πλήρη απαξίωση οτιδήποτε ελληνικό. Θυμάμαι τις ατελείωτες συζητήσεις που είχα μέρα-νύχτα με τον μακαρίτη τον Άντη, για να τον πείσω να πάμε το καλοκαίρι διακοπές στη Μύκονο. Εις μάτην. Η Μύκονος τότε, όπως και όλη η Ελλάδα, είχε την εικόνα «αγαπάμε ως ιδέα, αλλά μακριά και φίλοι». Βέβαια, όταν χρόνια μετά ανακάλυψαν οι Κύπριοι τη Μύκονο, έφυγαν οι μεσοαστοί Αθηναίοι και μαζί τους κι εγώ, αφού βέβαια κατέγραψα δώδεκα φοιτητικές επισκέψεις στη Χώρα μέσα σε τέσσερα χρόνια (!). Περνώντας τα χρόνια, διατήρησα ένα πηγαίο, αυθόρμητο ενδιαφέρον γι’ αυτήν την παράξενη σχέση Αθήνας-Λευκωσίας. Των ανθρώπων, του πολιτισμού, της αγοράς, της επίδρασης που έχει ο ένας στον άλλο, Λευκωσιάτες και Αθηναίοι. Αναφέρομαι στους Λευκωσιάτες και τους Αθηναίους, γιατί σ’ ένα παράλληλο σύμπαν με αυτά που περιγράφω, η ελληνική και η κυπριακή επαρχία δεν έπαψαν ποτέ να έχουν σφιxτούς δεσμούς σεβασμού και αγάπης, πολύ διαφορετικούς από του Λευκωσία-Αθήνα.

Λίγο το επαρχιώτικό μου ένστικτο να δικαιωθώ στους μεν Κύπριους για την αγάπη μου για την τότε Αθήνα και τις προοπτικές που είχε ως χώρα η Ελλάδα, λίγο ο κρυφός μου πόθος να επηρεάσουμε ως χώρα και άνθρωποι την καθημερινότητα και τα κέντρα αποφάσεων των Αθηναίων και να σταματήσουν να μας βλέπουν ως pain in the ass, με έκαναν έναν μόνιμο και άτυπο πρεσβευτή των σχέσεων των δύο κοινωνιών. Τη μια μέρα συζητούσα και προσπαθούσα να πείσω τους (σημαντικούς) Αθηναίους φίλους μου πως δεν είμαστε λαμόγια που απλά ξεπλένουν τα χρήματα των Ρώσων, και την επομένη προσπαθούσα να πείσω τους φίλους μου στη Λευκωσία πως η Ελλάδα είναι μια χώρα με μεγάλη δύναμη δημιουργίας, επιρροής και παραγωγής ταλέντων που δεν ξεγράφεται με κρίσεις Φτάνοντας, λοιπόν, στο 2019, τριάντα χρόνια ακριβώς από εκείνο το ταξίδι με το πλοίο, που η μάνα και ο πατέρας μου φόρτωσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν και με πήραν να σπουδάσω, συμβαίνει αυτό που δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Η Κύπρος τείνει να εξελιχθεί σε ό,τι είναι το Μονακό για τους Γάλλους.

Ελληνικές εταιρείες μετακομίζουν και προσπαθούν να καταλάβουν την ντόπια αγορά, στελέχη από την Αθήνα ήρθαν στο νησί μεταφέροντας γνώση και ταλέντο και χιλιάδες Έλληνες σπουδάζουν στα κυπριακά πανεπιστήμια, ανατρέποντας την παράδοση εκατό χρόνων που ήθελε την Αθήνα να μορφώνει τα παιδιά της Κύπρου και όχι το ανάποδο. Την ίδια στιγμή, η ελληνική τηλεόραση εάν δεν έχει έναν Κύπριο στα σίριαλ της, το έχει σαν γκαντεμιά. Τα ελληνικά ΜΜΕ ενημερώνονται καθημερινά για το τι συμβαίνει στην Κύπρο, κάνοντάς με να μειδιώ σκεπτόμενος τη χαρά που κάναμε φοιτητές αν βρίσκαμε μονόστηλο στην Ελευθεροτυπία με έστω ένα κυπριακό νέο. Γνωρίζω όμως και ότι η Αθήνα πλέον μας σέβεται όσο ποτέ άλλοτε, για το μικρό θαύμα που κάναμε ως κοινωνία μετά το κυπριακό μνημόνιο. Αυτός ο σεβασμός έχει κορυφωθεί και από το γεγονός ότι αναγνωρίζουν πως δεν ξεπλένουμε πια τους Ρώσους, συνταυτιζόμενοι με την εθνική γραμμή της στρατηγικής προς τη δύση. Αλλά πάνω απ’ όλα μας εκτιμούν για την ανάπτυξη των πανεπιστημίων μας, που δίνει την ευκαιρία στους Αθηναίους να σπουδάσουν αξιοπρεπώς μακριά από την Ελλάδα, αλλά κοντά σε μια χώρα-προέκταση της δικής τους. Ναι, συγκυριακά και λόγω κρίσης υπάρχει ελληνικό brain drain προς την Κύπρο. Τους Αθηναίους αυτό τους αγχώνει, εμένα κι εμάς θα πρέπει να μας χαροποιεί.

Η φυγή των Αθηναίων προς την Κύπρο για μια καλύτερη ζωή, είτε αυτό είναι σερβίρισμα σε εστιατόριο, είτε πανεπιστημιακές σπουδές, είτε φορολογικοί λόγοι, είναι μία τεράστια ευκαιρία για την Κύπρο και το μέλλον της. Ήδη απόφοιτοι των κυπριακών πανεπιστημίων αναλαμβάνουν καίριες θέσεις στην ελληνική κοινωνία. Όμως το σημαντικότερο είναι άλλο. Οι Αθηναίοι μπορεί να είναι για τη Λευκωσία ό,τι οι Παριζιάνοι για το Λονδίνο. Φέρνουν φινέτσα, ταλέντο σε πράγματα που υστερούμε, δημιουργικότητα, αισθητική, πάθος γι’ αυτό που κάνουν, ευστροφία και γλώσσα. Φέρνουν ποιότητα ως καθηγητές και μαθητές στα πανεπιστήμιά μας, φέρνουν μία υπεραξία που συμπληρώνει τις αδυναμίες της κυπριακής κοινωνίας.

Οι Αθηναίοι στο DNA τους έχουν μια ροπή στο καλό φαγητό, το σέρβις, την αρχιτεκτονική και τη διακόσμηση, την ατάκα, το engineering, αλλά και τη συγγραφή λογισμικών. Εμείς είμαστε καλοί στα δικηγορικά, τα λογιστικά, ως πωλητές noodles στους Κινέζους, πειθαρχημένοι στους κανόνες και μεθοδικοί στον αγώνα για επιβίωση. Αν όλα τα πιο πάνω έρθουν κοντά και εκμεταλλευτούμε αυτή την ευκαιρία μαζικού εμβολιασμού του DNA μας, η ελληνική αλλά και η κυπριακή κρίση ίσως εξελιχθούν ιστορικά ως τα γεγονότα που έσωσαν τον ελληνισμό της Κύπρου, δημιουργώντας ένα μέλλον κι ένα κοινωνικό κράμα που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως με όσα γίνονται, η Αθήνα άρχισε πλέον να αναγνωρίζει τη σημασία και τα οφέλη μιας συμμαχίας ίσων με τη Λευκωσία. Η νέα αθηναϊκή συμμαχία.

Δημήτρης Λοττίδης
demetris@sppmedia.com 
Twitter: @dlottides


Tags: must, έποψη, εκδότης must, Δημήτρης Λοττίδης

Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)