Ο,ΤΙ ΝΑ ‘ΝΑΙ

Ωραία δεν περάσαμε;

Αφροδίτη Δερματά


Ωραία δεν περάσαμε;

Ήμουν γύρω στα τρία «Κάνε με όμορφη σου έλεγα κι εσύ με κοιτούσες απορημένη «Πώς να σε κάνω όμορφη μάνα μου, δεν καταλαβαίνω;» Κάνε με όμορφη επέμενα εγώ και γυρνούσα γύρω γύρω για να δεις ότι το στρίφωμα από το φόρεμα μου είχε γυρίσει ανάποδα.  Γελούσες και μου το έφτιαχνες «τώρα είσαι πολύ όμορφη μου έλεγες» και εγώ σε κοιτούσα ικανοποιημένη. Τα βράδια που γυρνούσαμε από το μαγαζί σου, δεν μπορούσα  να ανέβω την μεγάλη ανηφόρα για το σπίτι και με έπαιρνες αγκαλιά, πολλές φορές όταν είχε πανσέληνο, έκρυβα το κεφάλι μου στο λαιμό σου απότομα.  «Το φοβάμαι το φεγγάρι» σου έλεγα κι εσύ γελούσες. Στα τέσσερα  μου χρόνια μου έπλεκες όμορφα κόκκινα φορέματα, μου έφτιαχνες πλεξούδες και τις έδενες με ροζ κορδέλες στις άκρες και έβρεχες με κολόνια Μυρτώ τα μαντηλάκια που μου έβαζες στην τσάντα για το σχολείο για να τα μυρίζω και να σε νιώθω κοντά μου όταν θα ένιωθα ανασφάλεια μακριά από το σπίτι.  Τα απογεύματα του καλοκαιριού  έδενες μια πέτρα σε ένα σχοινί και με έβαζες πάνω στο πορτοκαλί ξύλινο σκαμπό στο λιμάνι να ψαρεύω κι εγώ περίμενα με υπομονή μήπως και κανένα ψάρι τσιμπήσει την πέτρα-δόλωμα και κάθε τόσο σου φώναζα αθώα «πάει έφυγε η πέτρα» για να μου την αντικαταστήσεις. Στα πέντε μου χρόνια μου έδωσες 10 δραχμές με συμβούλεψες να προσέχω τις διασταυρώσεις  και με έστειλες να πάρω ψωμί από τον φούρνο, με ακολούθησες από πίσω κρυφά για να δεις αν τηρούσα τις συμβουλές, ήθελες να με κάνεις υπεύθυνη και αυτόνομη και τα κατάφερες. Με μάθαινες να πλέκω, να κεντάω, να κάνω βελονάκι και να μαγειρεύω. Όταν αρρώσταινα και έβηχα μου έβραζες ευκάλυπτο και με έβαζες να τον αναπνέω και γινόμουν καλά. Τα βράδια του χειμώνα μου έφτιαχνες τσάι με 3 κουταλιές ζάχαρη και ψημένες φέτες ψωμι με βούτυρο να τα βουτάω μέσα. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού κοιμόμασταν στο πατάρι του μαγαζιού που είχες και εσύ παρ' όλη την κούραση σου έπαιζες μαζί μου,  με έριχνες από τα γόνατα σου στο κρεβάτι κι εγώ ξεκαρδιζόμουν κι ήθελα κι άλλο κι άλλο και σχεδόν ποτέ δεν σ άφηνα να κοιμηθείς. 

Αγαπούσα τη θάλασσα, εσύ την απεχθανόσουν, δεν ήξερες μπάνιο όμως κάποιες φορές φορούσες ένα  μπλε μαγιό και με πήγαινες , καθόσουν στα ρηχά και κουνούσες τα χέρια προσποιούμενη ότι κολυμπάς. Τα βράδια μου διάβαζες παραμύθια, νύσταζες και πηδούσες δυο- δυο τις σελίδες… «ξέχασες μια σελίδα σου έλεγα»…και γελούσες πονηρά σαν το άτακτο παιδί που το έπιασαν στα πράσα.  Στο γυμνάσιο και στο λύκειο όποτε έμενα σπίτι σου με περίμενε στο τραπέζι πρωινό, ψωμί με μαρμελάδα, καφές, χυμός, μια γαρδένια από τον κήπο που μοσχοβολούσε και ένα σημείωμα με μια καλημέρα! Από τότε αγαπώ τις γαρδένιες πολύ,  γιατί σε θυμίζουν.  Ήσουν περιποιημένη, καθαρή και αρχοντική. Ήσουν πάντα δίπλα μου. 

Περπατούσες στητά και περήφανα. Ήθελες να με δεις να προοδεύω και πάντα μου έλεγες πόσο περήφανη σε κάνω «Αφροδίτη τρέμω  πάνω σου μη πάθεις κάτι» μου έλεγες «γιατί να σ αγαπάω άραγε τόσο;» αναρωτιόσουν.  Κι εγώ μεγάλωνα κι άλλες φορές σε έκανα χαρούμενη κι άλλες σε στεναχωρούσα κι έφυγα,  πήγα στη Αθήνα και ερχόσουν και με έβλεπες και με βοηθούσες και μου ψώνιζες ότι μου έλειπε και όποτε ερχόσουν σπίτι μου μου μαγείρευες τα νόστιμα φαγητά σου και εγώ σε πήγαινα στις εκθέσεις να πάρεις εμπορεύματα για το μαγαζί.  Και παντρεύτηκα και έκανα δυο παιδιά που τα αγάπησες κι αυτά αλλά πλέον είχες μεγαλώσει και δεν είχα  χρόνο να ασχοληθώ πια μαζί σου όσο έπρεπε και ένιωθα κουρασμένη και δεν είχα υπομονή να σου απαντήσω,  πολλές φορές όταν μου έκανες τις ίδιες ερωτήσεις  σου απαντούσα απότομα (πόσες φορές μετάνιωσα γι’ αυτό) αλλά κάθε μέρα σε έπαιρνα τηλέφωνο να δω τι κάνεις και μια μέρα σε πήρα τηλέφωνο και μου είπες ότι δεν είσαι καλά και ότι αρρώστησες και εγώ ένιωσα ότι έφτασε το τέλος. Πήρα το αυτοκίνητο και ήρθα να σε δω, μου έλεγες ότι είσαι καλύτερα και χαμογελούσες, σου χάιδευα τα πόδια. Το απόγευμα χειροτέρεψες…σε πήγαμε στο νοσοκομείο, ο γιατρός ρώτησε πόσο χρονών είσαι, του είπα 89, θύμωσες και είπες ειρωνικά «όχι 100». Πάντα σου άρεσε να κρύβεις χρόνια…γυναίκα γαρ. Την επόμενη ήρθα στο νοσοκομείο να σε δω, σου κρατούσα το χέρι δεν θα ξεχάσω την υφή του, ήταν τόσο μοναδικά απαλό. Δεν μιλούσες ετοιμαζόσουν να φύγεις…κάποια στιγμή μόνο με κοίταξες και μου είπες «Αφροδιτούλα μου, ωραία δεν περάσαμε;» Έγνευσα ναι…σηκώθηκα έπρεπε να φύγω…έπρεπε να φύγεις. Τι όμορφα που ήταν που σε είχα στη ζωή μου, τι δυνατή αγάπη μου έδωσες και τι όμορφες στιγμές;

Με αφορμή τα 7 χρόνια απουσίας της και την ημέρα της γυναίκας ήθελα να γράψω κάτι για μια γυναίκα, μητέρα,  γιαγιά ήρωα που κατάφερε να φύγει από ένα μικρό χωριό στην Πάφο και να κυνηγήσει την ζωή της με τσαμπουκά, τόλμη και θάρρος, γυρίζοντας τον κόσμο. Για τον μόνο άνθρωπο που με αγάπησε με ανιδιοτέλεια, τόσο δυνατά και ανυπέρβλητα.  Πολύ ωραία περάσαμε,  δυο φορές μάνα μου, πολύ ωραία και σ’  αγαπώ και μου λείπεις.