ΤΑΞΙΔΙ

Το αίνιγμα της Θηρασιάς


  • Το Μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου (του 19ου αιώνα) στο ακρωτήριο της Τρυπητής. (Φωτογραφία: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ)

    Το Μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου (του 19ου αιώνα) στο ακρωτήριο της Τρυπητής. (Φωτογραφία: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ)

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

Λίγα λεπτά με το καραβάκι από την κοσμοπολίτικη Σαντορίνη, η μικρή, ατίθαση «αδερφή» της, με τα τοπία άγριας ομορφιάς, τους υπόσκαφους οικισμούς και τις γραφικές εκκλησιές, παρασύρει τους λιγοστούς επισκέπτες της σ’ ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο.

Σαν χρονομηχανή, η λάντζα που συνδέει δύο ή τρεις φορές ημερησίως το (επίνειο) λιμανάκι της Οίας, Αμμούδι, με τη Θηρασία, σε μεταφέρει μέσα σε λίγα λεπτά, 50 χρόνια πίσω. Σε μια Ελλάδα αγροτική, σε μια Σαντορίνη χωρίς τουρίστες. Η μικρή αδερφή της Θήρας, που χαρακτηρίζεται κατά περίπτωση «αθώα», «άγριας ομορφιάς», «ανόθευτη», «υπανάπτυκτη», «εκτός χάρτη» ή και «παραμελημένη», ήταν προ αμνημονεύτων χρόνων κομμάτι της ενιαίας νήσου Στρογγύλης. Η Μινωική έκρηξη του 1613 π.Χ. τη μετέτρεψε σε αυτόνομο νησί και τη σκέπασε με δισεκατομμύρια τόνους μάγματος, που έγινε ελαφρόπετρα και στάχτη αυξάνοντας την έκτασή της (9,3 τ.χλμ.). Παράλληλα, διαμόρφωσε την Καλντέρα, την κοινή υδάτινη «κοιλάδα» που την ενώνει και τη χωρίζει από τη μεγάλη, κοσμοπολίτισσα αδερφή της.

Μολονότι στο έδαφος της Θηρασίας ξεκίνησε η έρευνα για την αρχαιολογία του Αιγαίου, από αρχαιολογικής και ιστορικής πλευράς είναι ελάχιστα γνωστή. Διάσπαρτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας μαρτυρούν ότι κατοικείτο αδιαλείπτως από τους προϊστορικούς χρόνους, με το επίκεντρο της ζωής να μετατοπίζεται από τα παράλια στην ενδοχώρα, από προβεβλημένα υψώματα σε αόρατες χαράδρες και από το βορρά στο νότο, κατά πώς υπαγόρευαν οι συνθήκες και οι ανάγκες επιβίωσης των ανθρώπων κάθε εποχής. Οι αναφορές σε αυτή είναι λιγοστές και αποσπασματικές. Ακόμη και ο Ηρόδοτος, που αφιερώνει οκτώ ολόκληρα κεφάλαια στη Θήρα, την αγνοεί. Η πιο πιθανή ερμηνεία γι' αυτό είναι ότι η Θηρασία μοιάζει τόσο με τη Θήρα που δεν νοείται ως χωριστή οντότητα, παρά ως ο ασθενέστερος, φτωχότερος δορυφόρος της, ακόμη και στις περιόδους ευμάρειάς της, όπως π.χ. κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, όταν αποτελούσε αξιόλογο εξαγωγικό κέντρο αγροτικών προϊόντων.

Οι αιώνες επηρέασαν αποφασιστικά τη μορφή της, με μια συνεχή ροή ηφαιστειακών δράσεων και ανθρώπινων αντιδράσεων σε αυτές. Κατά τον 19ο αιώνα καθίσταται σημαντική πηγή θηραϊκής γης, ενός σπουδαίου οικοδομικού υλικού για μεγάλα έργα, όπως η Διώρυγα του Σουέζ, τα λιμάνια της Τεργέστης και της Αλεξάνδρειας κ.ά. Αποκτά δύο μεγάλα ορυχεία, το «παλιό» στο νότο και το «νέο» στο βορρά. Η σταδιακή παύση των εξορύξεων και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος φέρνουν την παρακμή. «Ερχόταν ο πατέρας μου και έλεγε στη μάνα μου να μας σκουντήσει, να δει αν ζούμε», μας λέει ένας γέροντας που παίρνουμε με το αυτοκίνητο, ξεκαθαρίζοντας πάντως ότι και έγκλειστος σε φυλακή να ήταν, δεν θα έφευγε από τον τόπο όπου μεγάλωσε. Ο μόνιμος πληθυσμός, που αριθμούσε 500 άτομα πριν από μισό αιώνα, συρρικνώνεται, καθώς πολλοί άντρες μπαρκάρουν στα καράβια και γυρνάνε τον κόσμο ως ναυτικοί, φεύγουν μετανάστες στην Αμερική και αλλού ή γίνονται εργάτες στα ορυχεία του Λαυρίου, στην Αττική, που διαθέτει ακόμα σημαντική Θηρασιώτικη «παροικία». Οι περισσότεροι, συνταξιούχοι πια, επιστρέφουν τα καλοκαίρια στο νησί τους, για την ησυχία και τη γαλήνη που τούς προσφέρει.

«Ως τα μέσα του 20ού αιώνα τα δύο νησιά έχουν λίγο-πολύ κοινή πορεία προς την απαξίωση της αγροτικής γης και την εγκατάλειψη», αναφέρει η Κλαίρη Παλυβού*, η οποία ανέλαβε από κοινού με την Ίριδα Τζαχίλη** την πρώτη συστηματική έρευνα για τη διαχρονική διαδρομή του νησιού, το 2007. «Από τη δεκαετία του 1960 η Θήρα κάνει άλμα στη βιομηχανία του τουρισμού, με αποτέλεσμα σήμερα να συγκαταλέγεται στους πλέον διάσημους προορισμούς παγκοσμίως. Οι συνέπειες της απότομης αυτής αλλαγής ήταν σαρωτικές για το νησί σε όλους τους τομείς, περιβαλλοντικούς και πολιτισμικούς... Η Θηρασιά δεν ακολουθεί. Μένει πίσω, σαν να πάγωσε ο χρόνος τη στιγμή της μεγάλης αλλαγής. Σήμερα τα δύο νησιά εκπροσωπούν δύο αντιδιαμετρικές καταστάσεις: η Θήρα έχει παραδοθεί στη φρενίτιδα της αλόγιστης ανάπτυξης... Ενώ η Θηρασία παραπαίει ανάμεσα στην αδράνεια και τη νοσταλγία, προσδοκώντας ένα καλύτερο μέλλον, στο οποίο το μοντέλο της Θήρας δεν έχει θέση».

Στη «μικρή Θήρα», λοιπόν, με 250 μόνιμους κατοίκους πλέον, το ηλεκτρικό ρεύμα έφτασε το 1980, το πόσιμο νερό (με υδροφόρες) το 1999, ο πρώτος ασφαλτοστρωμένος δρόμος στρώθηκε το 2008. Το νησάκι διαθέτει πλέον ΑΤΜ και Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών, ένα νεόδμητο ιατρικό κέντρο με μία νοσοκόμα, αλλά όχι αστυνομία, καφενείο δωδεκάμηνης λειτουργίας ή κουρείο (!). Υπάρχουν ελάχιστα ενοικιαζόμενα δωμάτια, ταβέρνες και κάποια καταστήματα τουριστικού ενδιαφέροντος και εποχικής λειτουργίας, αλλά για όλες τις προμήθειές της, καθώς και για τη διαχείριση των απορριμμάτων της, βασίζεται στη «μεγάλη αδελφή» Σαντορίνη, που φαντάζει από απέναντι ως άλλος κόσμος, φωτεινός, θορυβώδης.

Η αρχική εντύπωση του επισκέπτη είναι περίπου όπως την περιγράφει η Μαρία Αρακαδάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ. «Η γη είναι κατάξερη, φρυγμένη. Η βλάστηση χαμηλή, ανεμοδαρμένη από τα σφοδρά μελτέμια... Κάποιο αμπέλι πρασινίζει πού και πού, πανύψηλοι μίσχοι αγαύης επιδεικνύουν τις κομψές ταξιανθίες τους. Υπόγειες στέρνες, σκόρπιες στους αγρούς και τις παρυφές των δρόμων, συλλέγουν ακριβά αποθέματα νερού και ξερολιθιές ξεδιπλώνονται παντού, με τα θερμά, σκούρα γκριζοκόκκινα χρώματα των ηφαιστειακών υλικών τους... Ο επισκέπτης έχει την εντονότατη αίσθηση του άλματος προς τα πίσω στο χρόνο... Σε εποχές που η ύπαιθρός μας ήταν αγροτική, η ύδρευση και η συγκοινωνία δεν ήταν πράγματα αυτονόητα, η αειφορία (έμπρακτη και αλληλένδετη με τον κύκλο της καθημερινής ζωής) δεν λεγόταν βιώσιμη ανάπτυξη... Οι ρυθμοί της καθημερινότητας είναι αργοί, το πρωτόγονο ταξί είναι ένα αγροτικό αυτοκίνητο μετασκευασμένο με πάγκους στην καρότσα, τα γαϊδούρια -θέαμα σπάνιο πλέον στην ελληνική ύπαιθρο- έχουν ενεργό ρόλο στην αγροτική διαδικασία. Γεροδεμένα γαϊδούρια, στολισμένα με χαϊμαλιά, που τα βλέπει κανείς να βόσκουν κάτω από το λιοπύρι στις παρυφές των χωματόδρομων».

ΕΞΕΡΕΥΝΗΤΗΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Γιατί αξίζει κάποιος να διακόψει για μια ημέρα τις διακοπές του στη Σαντορίνη, να επιβιβαστεί στη λάντζα - χρονομηχανή και να επισκεφθεί τη Θηρασία; Διότι είναι ένας τόπος μαγικός, που προσφέρει και στον πιο πολυταξιδεμένο επισκέπτη τη σπάνια συγκίνηση της ανακάλυψης. Ο οξυδερκής περιηγητής μπορεί να διακρίνει το μεγαλείο της ικανότητας του ανθρώπου, που με πενιχρά μέσα καταφέρνει να τιθασεύσει μια αφιλόξενη γη και να τη μετατρέψει σε πρότυπο εναρμονισμού του περιβάλλοντος με τον λειτουργικό, οργανωμένο και κατασκευασμένο χώρο. Το 90% της έκτασης είναι πεζούλες - εκατοντάδες πλατώματα γης, σε πεδινές εκτάσεις, πλαγιές, ακόμα και χαράδρες, σμιλεμένα με το χέρι, για να μπορούν να φιλοξενήσουν ανθρώπινες δραστηριότητες. Στηρίζονται και οριοθετούνται από περίτεχνες ξερολιθιές, που φτάνουν ως και τα δύο μέτρα ύψος. Μαζί, κρύβουν πληροφορίες όχι μόνο για την τεχνογνωσία και την ικανότητα των μαστόρων, αλλά και για τη σχέση των ανθρώπων με την ύπαιθρο, τις προτεραιότητες που δίνουν και τις δυνατότητες που έχουν.

Οι ξερολιθιές και οι πεζούλες δεν ήταν μέσο ευημερίας, αλλά επιβίωσης. Η δημιουργία καλλιεργήσιμης γης ήταν μονόδρομος για τον άνθρωπο που έπρεπε να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Ταυτόχρονα, ήταν ένας τρόπος διαχείρισης του πολύτιμου νερού της βροχής. Εκμεταλλευόμενοι τη μορφολογία του εδάφους, οι κάτοικοι κατασκεύασαν ένα ευφυές αρδευτικό σύστημα που έπαιρνε το ανεξέλεγκτο νερό από τους χειμάρρους και το διοχέτευε εκεί όπου είχαν ανάγκη. Επιπλέον, με τις ξερολιθιές χάραξαν το οδικό δίκτυο του νησιού, ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στην καλλιεργημένη γη τους. Αυτοί οι παλιοί μάστορες έχουν κάθε λόγο να υπερηφανεύονται για την αίσθηση ολότητας που συνέδεε το φυσικό περιβάλλον με τις κατασκευές τους, όσο και για την κατασκευαστική τους δεινότητα: τα έργα τους άντεξαν και θα αντέχουν χρόνια. Το δυστύχημα είναι ότι η γη τους δεν καλλιεργείται πια. Μεγάλες οι αντιξοότητες, λίγοι οι νέοι άνθρωποι, ελάχιστες οι προοπτικές και πολλά, πάρα πολλά, τα... αγριοκούνελα. Κάποια στιγμή, ξαμόλησαν μερικά για να έχουν θηράματα να κυνηγούν. Εκείνα πολλαπλασιάστηκαν με ρυθμό ταχύτερο από τους κυνηγούς και πλέον ρημάζουν τις καλλιέργειες.
Παρ’ όλα αυτά, αν κάποιος έχει όρεξη για περπάτημα, η Θηρασία είναι ένας παράδεισος. Από τη στιγμή που το καραβάκι θα σε αποβιβάσει στη Ρίβα, το λιμάνι απέναντι από την Οία, είναι υποχρεωτικό να επισκεφτείς τους δύο γραφικούς της οικισμούς. Ο μεγαλύτερος είναι ο Μανωλάς, που αναπτύσσεται γραμμικά κατά τον 19ο αιώνα στο φρύδι της Καλντέρας, με τρόπο ανάλογο με τα Φηρά τα οποία και ατενίζει. Ο Μανωλάς διαθέτει την όνομα-και-πράγμα ταβέρνα Πανόραμα, με εξαιρετική θέα, και συνδέεται με λιθόστρωτα σκαλιά με το επίνειό του, τον Κόρφο, το τουριστικό λιμανάκι, όπου βρίσκονται τα μοναδικά καταστήματα για τους τουρίστες.

Ο άλλος είναι ο υπόσκαφος Ποταμός, που είναι κτισμένος μέσα σε χαράδρα και παραμένει ζωντανός και το χειμώνα. Απόκοσμη εμπειρία αποτελεί η επίσκεψη στην Αγριλιά, ένα σχεδόν έρημο χωριό χωρικών που έσκαψαν τα σπίτια τους κατά μήκος μιας ρεματιάς, σε τρία διαφορετικά επίπεδα (από τα περίπου 130, μόνο 10 κατοικούνται πλέον). Εκεί δεσπόζει και ο Ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου, του 1887, που θεωρείται μια από τις ομορφότερες εκκλησίες σε όλο το Αιγαίο.
Για όσους το λέει η καρδιά τους, μια μοναδική πεζοπορική εμπειρία είναι η διαδρομή που ξεκινά από τον Μανωλά, προχωρά στο ανεμοδαρμένο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, στην Κερά, με έναν μικροσκοπικό, εγκαταλελειμμένο πλέον υπόσκαφο οικισμό που αγναντεύει το πέλαγος και συνεχίζει νότια, στο ακρωτήριο της Τρυπητής, όπου και βρίσκεται το Μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου: Εκεί πια έχεις την αίσθηση ότι έφτασες στο τέλος της γης, και η θέα κόβει την ανάσα.

«Θέλουμε ο επισκέπτης της Σαντορίνης να έρθει να ανακαλύψει κάτι διαφορετικό και στο δικό μας νησί», δηλώνει ο πρόεδρος της κοινότητας Θηρασίας, Δημήτρης Συρίγος, ένας άνθρωπος με βαθιά αγάπη για τον τόπο του, που πέρασε τη μισή ζωή του στα καράβια. Κάθε καλοκαίρι οι κάτοικοί της που ασχολούνται με τον τουρισμό προετοιμάζονται καθημερινά για να υποδεχθούν τις καραβιές των επισκεπτών ολίγων ωρών. Εκείνοι βλέπουν ό,τι είναι να δουν, απολαμβάνουν ένα γεύμα και αποχωρούν, καθώς το νησί δεν διαθέτει τις υποδομές για να τους φιλοξενήσει, ακόμη και αν το επιθυμούσαν.

Θα καλυφθεί, και πώς, το τουριστικό «κενό» της Θηρασίας; Θεωρητικά το νησάκι θα μπορούσε να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο προς την ανάπτυξη, ξεκινώντας όχι από τη βάση των μαζικών αφίξεων, αλλά από την κορυφή των πιο πλούσιων και απαιτητικών επισκεπτών.

Πριν από δύο χρόνια, στη Θηρασία εγκαινιάστηκε το Perivolas Hideaway, «αδελφάκι» ενός από τα πιο εμβληματικά και προβεβλημένα resorts της Οίας, που συστήνεται ως καταδυτικό κέντρο-ξενώνας πολυτελείας, με τέσσερα υπερπολυτελή δωμάτια, σε τοποθεσία παλαιών ορυχείων. Βραβευμένο με ευρωπαϊκό βραβείο αρχιτεκτονικής, προσβάσιμο μόνο από θαλάσσης ή από αέρος (διαθέτει ελικοδρόμιο), αόρατο και απροσπέλαστο, πλήρως ενταγμένο στο τοπίο, είναι το ησυχαστήριο που φιλοξένησε τον Μπραντ Πιτ και την Αντζελίνα Ζολί. Η συντριπτική πλειονότητα των Θηρασιωτών δεν το έχει δει καν από κοντά.

Διαβάστε περισσότερα εδώ


Tags: ταξίδι, θηρασια