MUST ΕΠΟΨΗ

Όσα μου έμαθε η Πάφος φέτος

newsroom must


Όσα μου έμαθε η Πάφος φέτος

Καλοκαίρι 2016. Ήταν πράγματι ξεχωριστό για μένα, δεν ξέρω για εσάς. Ο λόγος είναι και απλός, αλλά και πολύπλοκος. Πρώτα απ’ όλα απόλαυσα την οικογένειά μου. Όσοι είναι γονείς γνωρίζουν από πρώτο χέρι πως το μεγάλωμα των παιδιών περνά από διάφορες φάσεις. Σε κάποιες από αυτές βασικά δίνεις κατάθεση τη ζωή σου στους απόγονους και περιμένεις να εκταμιεύσεις με τόκους, όταν μπορούν να αρχίσουν να δίνουν ζωή πίσω.

Αυτό γίνεται μετά τα πέντε χρόνια. Οι γιοι μου είναι πλέον 12 και 6, άρα το καλοκαίρι που πέρασε ήταν το πρώτο που ο μικρός συμμετείχε πλήρως στις διακοπές και ο μεγάλος ήταν ωραία παρέα για δραστηριότητες και κουβέντα.

Μέσα, λοιπόν, από αυτές τις παραμέτρους, μετά από πολλά χρόνια είχαμε ολοκληρωμένο καλοκαιρινό σχεδιασμό. Η βάση μας ήταν στην Πάφο, σ’ ένα μικρό ιστορικό χωριουδάκι από το οποίο κατάγεται η οικογένεια της μαμάς. Το σπιτάκι, χαριτωμένο μεν, γεμάτο αναμνήσεις ως summer house απ’ όλο το σόι, ετοιμόρροπο δε εδώ και δεκαετίες και χωρίς ανέσεις. Αναλαμβάνοντας το πρότζεκτ της βελτίωσής του πριν ένα χρόνο, δεν φανταζόμουν ποτέ πόσο θα ερωτευόμασταν όλοι στην οικογένεια την περιοχή και τα καλοκαίρια της. Στο κέντρο της Λάρας, στο ομορφότερο και πιο περιποιημένο οροπέδιο της Κύπρου, μας περιτριγύριζαν καρυδιές, αμπελώνες, ελιές και κυπαρίσσια. Πιο κάτω σας καταγράφω τι μου άρεσε σ’ αυτά που έζησα και τι με χάλασε.

Αυτό που έχει αλλάξει την περιοχή και την κάνει σιγά-σιγά να μοιάζει με την Τοσκάνη της Κύπρου, είναι η επιστροφή -ελέω οινοπαραγωγής- του κόσμου στην αμπελουργία: Πράσινα αμπέλια, περιποιημένα παντού, που φτιάχνουν καλό κρασί το οποίο δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε πριν δέκα χρόνια. Δοκίμασα και αγάπησα το βραβευμένο από τον Γαστρονόμο λευκό ξυνιστέρι «Περσεφόνη» από τον Στατό. Το μπουκάλι και η ετικέτα το αδικούν και σε αποθαρρύνουν, αλλά ο ουρανίσκος σε ανταμείβει δείχνοντας τον πλούτο που μπορεί να έχει η κυπριακή γη. Και αν το «Περσεφόνη» το είχα ακουστά, δεν είχα το πορφυρό «Μέθυ» από τον Κάθηκα και το Βασιλικό Οινοποιείο. Κρασί παλαίωσης - ακριβούτσικο, άλλα το αξίζει. Δυστυχώς έχει ως βάση εισαγόμενες ποικιλίες, μιας και η αμπελουργία μας στο γηγενές «Μαραθεύτικο» είναι ακόμη πίσω.

Στο φαγητό οι περιηγήσεις μας είχαν μόνο ευχάριστες εκπλήξεις. Σταθερή αξία, η ίσως καλύτερη ταβέρνα της Κύπρου, ο Ιμμογενής στον Κάθηκα, με μαγειρευτό κοκκινιστό, φαλάφελ, σκορδαλιά, τάκος, ιμάμ και αν είστε τυχεροί εκμέκ από τα χέρια της πεθεράς από την Αίγυπτο για επιδόρπιο. Η έκπληξη, όμως, ήταν η Μηλιού, ένα μικρό χωριουδάκι λίγο πριν την Πόλη Χρυσοχούς. Καταπράσινο, μέσα σε μια κοιλάδα με πλακόστρωτη πλατεία που θυμίζει ιταλικά χωριά του Βορρά. Εκεί δύο ταβέρνες δίνουν ρέστα. Πιο φημισμένη ο Παγκράτιος, όπου θα φάτε τα κλασικά κυπριακά πιάτα καλομαγειρεμένα. Εκεί δοκίμασα ένα άγνωστο κυπριακό τυρί, λευκό ημίσκληρο, το χαλιτζί. Παράγεται μόνο στην περιοχή μέσα από τη διαδικασία των χαλουμιών. Αν το φάτε φρέσκο είναι άγευστο, αν παλαιωθεί λίγους μήνες γίνεται θησαυρός. Απ’ ό,τι έμαθα πάει για ΠΟΠ. Για ψάρι στη θάλασσα ο προορισμός πέραν των τετριμμένων είναι το Περιγιάλι, οικογενειακή ταβέρνα ψαρά, με υψηλή αισθητική στον χώρο (χωρίς πλαστικές καρέκλες), φρέσκια σαλάτα και μεζεδάκια που δείχνουν πως προσπαθεί για το καλύτερο. Με χαλά, όμως, που ακόμη και σε αυτή την καλή ταβέρνα στο -τεράστιο- μενού θα βρεις μπέργκερ και άλλες τέτοιες μαλακίες. Γιατί;

Στον Ακάμα χαλάστηκα από τη ρύπανση των «οικολόγων», που πετάνε τα σκουπίδια τους όπου φτάσουν, αλλά και την επικίνδυνη αναρχία που επικρατεί σε μια από τις ομορφότερες παραλίες στον κόσμο, το Blue Lagoon. Χωρίς σημαδούρες, οι προπέλες σφυρίζουν πάνω από τα κεφάλια των παιδιών που κολυμπούν στα αβαθή. Αν όμως στο Blue Lagoon είχε κοσμοσυρροή κάθε μέρα, από την άλλη πλευρά, στη Λάρα, δεν πατά ψυχή. Το τελευταίο με κάνει να ρωτώ τι «καθάρισαν» οι οικολόγοι που πήγαν εκεί; Είναι καιρός να σταματήσει ο Ακάμας να φτιάχνει πολιτικές καριέρες, και να γίνει προσιτός σε όλους τους Κύπριους ως εθνικό (οργανωμένο) πάρκο. Πάνω από τη Λάρα, σ’ ένα βράχο που μοιάζει με κάστρο, είναι μια από τις πιο cult ταβέρνες του τόπου. Στο Βικλάρι θα ταλαιπωρηθεί το αυτοκίνητό σου να ανεβεί, αλλά θα απογειωθείς από τη θέα, το περιβάλλον και τη διάθεση που εκπέμπει ο χώρος. Σερβίρει μόνο σούβλα, πατάτες, σαλάτες και μπύρα. Μην του ζητήσετε κάτι άλλο, και τις μερίδες που σας αναλογούν θα τις αποφασίσει η «ταβερνιάρισσα». Αν πάλι βαρεθήκατε το cult και χρειάζεστε κάτι πιο κοσμοπολίτικο, το beach bar Island μετά το λιμανάκι στο Λατσί φέρνει προς Ελλάδα. Ωραία κοκτέιλ, πανέμορφος χώρος, σέρβις στη παραλία και φαγητό κάτι περισσότερο από αποδεκτό. Για εκδρομές καταλήξαμε στα Ακουρδάλια, όπου μια Αγγλίδα βοτανολόγος φτιάχνει από αρωματικά για το φαγητό μέχρι καλλυντικά και εκχυλίσματα για τη χοληστερίνη και τις αλλεργίες. Μισή ώρα από εκεί, σε μια χαράδρα που λίγοι ξέρουν κάτω από το χωριό των Δραγομάνων, την Κρίτου Τέρρα υπάρχουν καταρράκτες και φυσικές λίμνες με ιαματικά νερά. Εκεί θα βρείτε ντόπιους ή και τουρίστες να κολυμπούν με ενοχές. Στο χωριό μπορείτε να επισκεφτείτε το πρώτο (και μοναδικό μέχρι στιγμής) καζίνο της ελεύθερης Κύπρου με σπουδαίες τοιχογραφίες το 1870, το Κεφαλόβρυσο που τρέχει ακόμη με άφθονο νερό, αλλά και το αρχαίο πλυσταριό, όπου οι τολμηρές Κριθκιώτισσες κάθε Πέμπτη πριν διακόσια χρόνια έπλεναν τα ρούχα γυμνές (!).
Φέτος θυμήθηκα πόσο ωραία είναι η θάλασσα στον Τάκκα, αλλά χαλάστηκα με το πόσο πρωτόγονοι παραμένουν όσοι έχουν ταβέρνες σε προνομιακές θέσεις. Χάλια φαγητό, χάλια περιβάλλον, χάλια σέρβις. Κρίμα. Δύο φορές κρίμα είναι το γεγονός πως το Market της Λευκωσίας σχεδίαζε προσεγμένο beach bar σ’ αυτή τη γαμάτη παραλία, και οι τόπακες του έκοψαν την άδεια. Προφανώς, παρά τα μεγάλα μας βήματα μπροστά, πρέπει να σπάσουν ακόμη πολλά αβγά, για να φτιάξουν παντού ποιοτική ομελέτα στην περιοχή.


Tags: έποψη, must

Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)