MUST ΕΠΟΨΗ

Κυνηγώντας στρινγκάκια στον Ακάμα

newsroom must


Κυνηγώντας στρινγκάκια στον Ακάμα

Η σχέση μου με τον Πρωταρά και την Αγία Νάπα πάει χρόνια πίσω. Το 1977, επτά χρονών τότε, κατασκηνώσαμε σε μια παραλία με ένα νησάκι απέναντι. Λιώναμε σκόρδα γύρω από την τέντα για να απωθήσουμε τα φίδια, και από το πρωί μέχρι το βράδυ παίζαμε στην άμμο, τρία χρόνια μετά την εισβολή. Στην περιοχή επέστρεψα δεκαέξι χρονών, στο κάμπινγκ της Αγίας Νάπας, μαζί με φίλους από το σχολείο. Ξενύχτια, έρωτες από τη Σκανδιναβία, και ο ήλιος να σε ξυπνά στην τέντα από τις οκτώ το πρωί. Τα ωραιότερα χρόνια, όμως, τα πέρασα τη δεκαετία του ‘90. Ναυσικά, ανέσεις value for money, σουβλάκι από την καντίνα. Έμπαινες στο Ναυσικά την Παρασκευή και έβγαινες την Κυριακή το βράδυ. Θάλασσα, ηλιοθεραπεία, καυτές Λευκωσιάτισσες με μπικίνι και οι πρώτες σιλικόνες άρχισαν να βγάζουν μάτια.

Ύστερα ήρθε η κόλαση… Αλόγιστη ανάπτυξη, κακό σέρβις, άρπα-κόλα από παντού, και όσο μεγαλώνεις σε ηλικία αυτά μετρούν πολύ. Οι ιδιοκτήτες των μποστανιών έγιναν ταβερνιάρηδες και τα rooms to let έγιναν ξενοδοχεία αμφιβόλου αισθητικής. Εκεί, κάπου στην άνοδο του Κόννου ως destination του κυπριακού yachting, έφυγα από την περιοχή και δεν ξαναγύρισα. Για πολλά χρόνια οι καλοκαιρινές διακοπές σήμαιναν μόνο Ελλάδα, χωριάτικη σαλάτα, γαύρο μαρινάτο, λιαστό χταπόδι και freddo espresso. Όταν, όμως, ταξιδεύεις, πάντα το μυαλό σου επιστρέφει στον τόπο σου. Γιατί στην Κύπρο δεν μπορούμε να φτιάξουμε καλή χωριάτικη; Γιατί τα εστιατόρια έχουν πλαστικές καρέκλες; Γιατί δεν ξέρουμε να ψήσουμε το ψάρι; Γιατί δεν έχουν αισθητική στις πινακίδες και την αρχιτεκτονική εν γένει;

Όταν ταξιδεύεις συγκρίνεις, αλλά και εκτιμάς την ίδια ώρα τις καλές προσπάθειες στη χώρα σου. Αυτό έπαθα κι εγώ πριν από δύο χρόνια, όταν επέστρεψα μετά από καιρό στην Πάφο. Εκτίμησα πως τα αμπέλια έγιναν και πάλι πράσινα, όμορφα καλλιεργημένα, τα χωριά στη Λαόνα είναι πλέον όλα πετρόχτιστα και περιποιημένα. Το φαγητό πολύ ποιοτικό, μπορεί να συγκριθεί με τις ταβέρνες στην Ελλάδα, και τα τοπικά κρασιά του Κολιού και του Βασιλικού Οινοποιείου Κάθηκα μού θυμίζουν τον Σιγάλα στη Σαντορίνη. Το ξινιστέρι, η γηγενής ποικιλία λευκού με μεγάλες προοπτικές παγκοσμίως, όπως μου εξήγησε Έλληνας οινοπαραγωγός, κλέβει την παράσταση στην «Περσεφόνη», το βραβευμένο κρασί από τον Γαστρονόμο. Και όλα τα πιο πάνω σε αξιοπρεπείς τιμές. Νιώθω πως η Λαόνα είναι ο Πρωταράς και η Αγία Νάπα του ‘90, αλλά με περισσότερα ποιοτικά στοιχεία. Δεν ξέρω πώς θα εξελιχθεί η Λαόνα και τα κεφαλοχώρια της, Δρούσια, Κάθηκας και πιο πέρα η hot Μηλιού, ξέρω, όμως, πως τώρα εκεί ονειρεύομαι το καλοκαίρι μου. Εκδρομές, θάλασσα στον Ακάμα, καλό φαγητό και ποτό και περιβάλλον που ξεκουράζει το μάτι και δεν το ρυπαίνει με ασχήμιες. Δεν λέω, σίγουρα θα μπορούσε να ήταν καλύτερα τα πράγματα και εκεί, όμως τουλάχιστον οδεύουν προς τη σωστή κατεύθυνση. 

Ένα άλλο πράγμα που παρατήρησα είναι πως η κρίση άλλαξε τους ανθρώπους της περιοχής προς το καλύτερο. Επέστρεψαν στη γη και τον τουρισμό, σταμάτησαν να θέλουν να γίνουν developers και η συμπεριφορά του κόσμου (κατά το πλείστον είναι ντόπιοι) είναι πολύ φιλική και σωστήΠρέπει, όμως, να ξεπεράσουν σύντομα τους εαυτούς τους για να πάνε σε άλλο επίπεδο, αλλιώς θα μείνουν στο σημερινό και θα μαράνουν πάλι. Εξηγούμαι: Στην καλύτερη, ίσως, παραλία της Κύπρου, αυτήν που εκτείνεται από το ξενοδοχείο Anassa μέχρι το εστιατόριο Ττάκκας, οι υπηρεσίες είναι μηδαμινές έως ανύπαρκτες. Κρεβατάκια παλιά, φαγητό μέτριο και ούτε συζήτηση για σερβίρισμα στην παραλία, εκτός κι αν είσαι ένοικος του ακριβού ξενοδοχείου. Κανένα beach bar, κανένας χαρακτήρας, σε μια παραλία πέραν του ενός χιλιομέτρου, όπου θα έπρεπε να σφύζει από ζωή και υψηλή ποιότητα υπηρεσιών. 

Γνωρίζω πως γνωστό μαγαζί από τη Λευκωσία προσπάθησε να δημιουργήσει beach bar υψηλών προδιαγραφών, για να του την πέσουν οι ντόπιοι και να του αποσύρουν την άδεια λειτουργίας. Κάποιοι προφανώς βολεύονται με το σημερινό status quo, όπως βολεύονται και σε άλλα μέρη της Κύπρου, όπου οι δήμοι λειτουργούν τις παραλίες (παγκόσμια κυπριακή πατέντα).

Κάποιους τους βολεύει, επίσης, να μένει ο Ακάμας όπως είναι τώρα. Παραμελημένος, χωρίς έλεγχο ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει, με τις «γουρούνες» να αλωνίζουν, την έλλειψη σημαδούρων στις παραλίες, τη βρωμιά που αφήνουν ανεξέλεγκτα «οι λάτρεις της φύσης», τον κατσικόδρομο που μπορεί να εξελιχθεί ανά πάσα στιγμή σε δολοφόνο. Αυτά τα λέω γνωρίζοντας πως -μη κακό- με τον πρώτο που θα σκοτώσει η προπέλα ταχύπλοου στο Blue Lagoon και με το πρώτο δυστύχημα στους γκρεμούς του κατσικόδρομου, ο λαϊκός μας πρόεδρος θα πάρει το αυτοκίνητο να πάει να ελέγξει την κατάσταση, και οι Κουγιάλης και Λακκοτρύπης μαζί με τον Μάριο Δημητριάδη θα εξαγγείλουν τα αυτονόητα: Φτιάξιμο του δρόμου, λειτουργία δασοφυλακής, οργανωμένο κάμπινγκ (για να μην μαγειρεύουν-χέζουν οι «λάτρεις της φύσης» παντού) και σημαδούρες στο Blue Lagoon για να μην προσεγγίζουν τα πλοία εκεί που κολυμπά ο κόσμος. Τότε ο Αβέρωφ θα ασχοληθεί και με αυτό το κομμάτι της περιοχής (ντόπιος γαρ) και ο Χάρης θα βρει ως δια μαγείας τα κονδύλια (ένα-δύο εκατομμύρια), για να λειτουργήσει ο Ακάμας ως εθνικό πάρκο και όχι ως εθνική ντροπή. Μέχρι να γίνουν αυτά, εμείς στην Sppmedia και την Καθημερινή θα ξαναπάμε αυτό τον Σεπτέμβρη να μαζέψουμε από τις σπηλιές του Μανώλη και τη Φοντάνα Αμορόζα ταψιά, φουκούδες, πάνες μωρών και ό,τι άλλο φανταστείτε. Και από τον βυθό τενεκεδάκια, μπουκάλια, καλσόν (ναι, ναι) και στρινγκάκια σχισμένα.

Φέτος, λέμε να καλέσουμε και τους «αρμόδιους» υπουργούς. Λέτε;


Tags: must, έποψη

Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)