MUST ΕΠΟΨΗ

Nothing special


Nothing special

Φέτος έκλεισα τα 41. Πέρσι, στα 40, πέρασαν απαρατήρητα τα γενέθλιά μου, μιας και ήμασταν ετοιμόγεννοι τον Παναγιώτη, έτσι φέτος είπα να βγω έξω μετά από καιρό, καλώντας όσους με θυμήθηκαν. Nothing special, που λένε και στα σαλόνια της Λευκωσίας. Περάσαμε μια χαρά, γελάσαμε, ήπιαμε τα ουισκάκια μας χαρωποί και λυγιστοί, αλλά… nothing special. Στο δρόμο της επιστροφής στο σπίτι πέρασαν από μπροστά μου σε δέκα λεπτά όλες οι κραιπάλες και τα αξέχαστα πιoτά που είχα στη ζωή μου.

Σκεφτόμουν τα tour που έκανα εικοσάχρονος στις μεγάλες πίστες της Αθήνας, πόσο τυχερός είμαι που είδα Μαρινέλλα στο Rex, πριν την πιάσει στα χέρια του ο πλαστικός και πρέπει να θεωρείται ως εμπειρία ζωής, κάτι σαν ταξίδι με το Concorde, το ότι ρίχναμε γαρδένιες στον Πανταζή δυο χρόνια μέρα παρά μέρα, καθημερινές (ποτέ σαββατοκύριακα, μιας και θεωρείτο μπανάλ ο Λε-Πα μετά την Παρασκευή, αφού πλάκωναν οι Λαρισαίοι).
Στην Πάφο στρατιώτης μετά από ένα μπουκάλι «five kings» κυπριακό ουίσκι (!), όπου δεν ξέρω πώς βρήκα το κρεβάτι, στη Μύκονο φοιτητής Πάσχα στο Caprice με ατέλειωτες τεκίλες, στο Πήλιο με τη βότκα να παγώνει χειμώνα έξω στη βεράντα, στη Versus το ’95 με ατέλειωτα φλερτ, μπαρότσαρκες στην Αγία Νάπα του ’88, μπύρες και «ποικιλίες» στα Εξάρχεια, μαρτίνι στα «πέτρινα» Sfinakia τα Χριστούγεννα του ’98 μέχρι και τις αππομάρες της wannabe φάσης μου το 2003 στη Λεμεσό. Μέχρις εκεί, στο 2003, μετά με χάνω. Έχω, με λίγα λόγια, να βγω έξω για clubbing και κραιπάλη οκτώ χρόνια! Και δεν αναφέρομαι βέβαια για εξόδους του τύπου πάω για δυο ουισκάκια και στις δώδεκα
επιστροφή sober στο σπίτι. Με τέτοια προϊστορία στην κρεαταγορά της Αθήνας, πάνω από ψητό αρνάκι στις 6 το πρωί, τώρα ακούω στον κουρέα μου τη διπλανή κυρία να προγραμματίζει την οικογενειακή έξοδό του στην Αθήνα στα σκυλάδικα και μου έρχεται εμετός.
 

Τι φταίει λοιπόν και καθώς μεγαλώνουμε δεν αντέχουμε το clubbing; Χορτάσαμε φλερτ και μουσική και βαριόμαστε τις ίδιες φάτσες μπροστά μας; Το τελευταίο το έχω σαν φτηνή δικαιολογία, αφού έπιασα κάποτε τον εαυτό μου να βαριέται στα δέκα λεπτά στο Buddha Bar του Dubai και να βγαίνω έξω σαν γέρος, να κάθομαι σε παγκάκι στα διπλανή μαρίνα.
Είναι που κάνουμε παιδιά στα σαράντα μας; Είναι που ήπιαμε τα ποτά μας και είχαμε τα φλερτ μας πιο μικροί; Είναι που βολευτήκαμε στο σπιτάκι μας με την πισινούλα μας και το delivery με τα ουισκάκια στο ίδιο τραπέζι; Είναι όλα τα πιο πάνω, συν το ότι είμαι μουρόχαυλος; Στην άλλη, όμως, όψη του φεγγαριού, κάποιοι φίλοι και συνομήλικοι ζουν λες και είναι εδώ και χρόνια σε ένα καθημερινό Woodstock με ποτά, ξενύχτια, δυνατή μουσική, φιλάκια και χαιρετούρες, BBM και Facebook after hours από το Aperitivo και ενέργεια που τους σηκώνει το πρωί να πάνε πίσω δουλειά.

Βέβαια είναι και το ποια φάση περνάς, αν δηλαδή μόλις χώρισες, που λεει και η Ζέτα, τα πράγματα είναι διαφορετικά, την ίδια ώρα όμως τα μπαρ της Λευκωσίας τις καθημερινές φαντάζουν κάτι σαν reunion των αγάμητων του Σκορπιού της δεκαετίας του ’80.
Μόνο που τους ακούω λοιπόν να ετοιμάζονται για έξοδο την ώρα του πρώτου μου ύπνου στον καναπέ, ξενερώνω και κουράζομαι, πλην όμως τους κατανοώ και τους χαίρομαι. Επειδή δε τους κατανοώ, δέχομαι πως με έχουν σκυλοβαρεθεί οι φίλοι να τους περιποιούμαι σπίτι μου και αποφάσισα πως αν δεν θέλω να πεθάνω μόνος και άφιλος, θα πρέπει να κάνω τον ιστορικό μου συμβιβασμό και να αρχίσω να βγαίνω και εγώ σαν άνθρωπος δειλά-δειλά.

Για εμένα όμως η ευχαρίστηση παραμένει η ίδια: Να καλώ φίλους σπίτι μου, να τους περιποιούμαι, να τους μαγειρεύω, να ετοιμάζω με ευλάβεια τα καλοκαιρινά κοκτέιλ και να περιμένω στωικά, λες και μετέχω στο Master chef, την ετυμηγορία των κριτών για το φαγητό μου, άσχετα πως πλέον με δουλεύουν όλοι ψιλό γαζί. Για εμένα, προσμένοντας πως σε κάποια στιγμή θα ξυπνήσει (πάλιν) το ζώο μέσα μου, διασκέδαση είναι ένα τραπέζι όμορφα στρωμένο, συντροφιά, που είτε σε αγαπά είτε σε ιντριγκάρει, με ένα μπουκάλι με ποτό που ταιριάζει στην περίσταση και ένα scenery που σε χαλαρώνει και σε εμπνέει. Είναι τόσο δύσκολο πλέον να σε χαλαρώσει κάποιος και να σε κάνει να χαμογελάς (και όχι τα φιλιά του αέρα), που όποιος το πετυχαίνει, θα πρέπει να του κάνεις δώρο. Βέβαια το μεγαλύτερο δώρο που έχεις να προσφέρεις στον απέναντί σου είναι η αγάπη και η άνευ όρων και προϋποθέσεων φιλία σου.
«Το μεγαλύτερο δώρο που έχεις να προσφέρεις στον απέναντί σου είναι η αγάπη και η άνευ όρων και προϋποθέσεων φιλία σου»

Δημήτρης Λοττίδης
demetris@sppmedia.com


Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)